Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου 2010

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
Γ Ε Ω Π Ο Ν Ο Υ

ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ




ΑΘΗΝΑ ΜΑΡΤΙΟΣ 1979


Π ρ ό λ ο γ ο ς Βασιλείου Μαυρογένη

Οπως γράφει ο πατέρας μου, τα απομνημονεύματά του τα έγραψε το 1979.
Ηταν πρόχειρα γραμμένα σε χειρόγραφο πενήντα πέντε σελίδων. Κατά τη δακτυλογράφηση τοποθέτησα φωτογραφίες σχετικές κατά το δυνατό με το κείμενο και επίσης στα σημεία που είχα διαφορετική πληροφόρηση ή διαφορετική ιδία αντίληψη κατέγραψα την άποψή μου σε υποσημειώσεις.


Αθήνα Ιούνιος 1999

Βασίλειος Γεωργίου Μαυρογένης
Πολιτικός Μηχανικός και
Μηχανολόγος Ηλεκτρολόγος


ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ

Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ, ΣΠΟΥΔΕΣ, ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ

Τα απομνημονεύματά μου τα αφιερώνω στους γονείς μου Αικατερίνη και Βασίλη

Περίληψη

Απομνημονευμάτων Γεωργίου Μαυρογένη του Βασιλείου και της Αικατερίνης το γένος Μάρκου Μάντακα.

Η περιγραφή των απομνημονευμάτων μου, στηρίζεται αποκλειστικά στη μνήμη μου, διότι ποτέ δεν κράτησα ημερολόγιο της ζωής μου.

Ποτέ δεν είχα σκεφθεί ότι θα παραστεί ανάγκη να γράψω τα απομνημονεύματά μου διότι δεν έχουν καμιά πολιτική ή ιστορική σημασία। Τα γράφω αποκλειστικά και μόνο διότι μου το ζήτησε η νύφη μου Ζωή, το γένος Οικονόμου σύζυγος του πρώτου γιου μου Βασίλη. Και αυτό διότι τρέφω πολλή μεγάλη εκτίμηση και αγάπη για τη Ζωή, αλλά και της έχω πολύ μεγάλη υποχρέωση.
Η μεγάλη μου αγάπη, προς αυτή είναι η ίδια με την αγάπη μου για τα άλλα παιδιά μου και προέρχεται από τη μεγάλη της καλοσύνη και το χρηστό της ήθος. Προτερήματα ανεπανάληπτα και σπάνια σε ανθρώπους σήμερα.
Εύχομαι δε, τα προτερήματα αυτά να τα κληρονομήσουν τα δύο παιδιά τους, η Στέλλα και ο Γιώργης τα οποία επίσης υπεραγαπώ.
Η μεγάλη μου υποχρέωση προέρχεται από την υποστήριξη που προσέφερε στη μητέρα μου, στα 83 της χρόνια, διότι την φιλοξένησε στο σπίτι της ένα περίπου χρόνο και την περιποιήθηκε όπως η μητέρα το παιδί των 2-3 ετών.
Η μητέρα μου στην ηλικία της των 83 ετών ήταν τελείως ανήμπορη να κάμει την ελαχίστη εργασία, διότι λόγω της βασανισμένης ζωής του χωριού, την είχαν εγκαταλείψει οι σωματικές της δυνάμεις .Το ευχάριστο ήταν ότι μέχρι το τέλος της ζωής της διατηρούσε την διανοητική και σωματική της ακεραιότητα. Ηταν χωρίς απαιτήσεις και το ελάχιστο την ευχαριστούσε και ήταν ευχάριστη στη συντροφιά της.
Οι γονείς μου κατάγονται από το χωριό Λάκκοι της επαρχίας Κυδωνίας Χανίων Κρήτης. Εκεί γεννήθηκα και εγώ, εις τις 28 Οκτωβρίου 1906 ημέρα Παρασκευή (παλαιόν ημερολόγιο).
Το χωριό μου είναι ορεινό, 550 μέτρα υψόμετρο, με πολύ μεγάλες εκτάσεις, κυρίως βοσκότοποι. Εξαίρεση παρουσιάζει το οροπέδιο Ομαλός σε υψόμετρο περίπου

ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΛΑΚΚΟΙ

1100 μ., εντός των Λευκών Ορέων. Το οροπέδιο αυτό, εκτάσεως 3000 τ.μ. περίπου, ανήκει κατά τα 3/4 στο χωριό μου και κατά το 1/4 σε διάφορα χωριά της επαρχίας Σελίνου με την οποία συνορεύει. Είναι άνυδρο και καλλιεργείται με πατάτα ξηρική και σιτηρά με μέτριες αποδόσεις. Θα μπορούσε να διαδοθεί η καλλιέργεια της αχλαδιάς, μηλιάς και καρυδιάς. Κυρίως όμως χρησιμοποιείται σαν βοσκότοπος θερινός. Η βροχόπτωση φθάνει τα δύο και πλέον μέτρα. Παλαιά ήταν πολύ ανεπτυγμένη η κτηνοτροφία με 25 - 30 χιλιάδες αιγοπρόβατα. Σήμερα μόλις υπάρχουν 1500 - 2000 λόγω της αστυφιλίας και του άχαρου επαγγέλματος του κτηνοτρόφου.
Επί Τουρκοκρατίας το χωριό μου εφημίζετο για την αντίστασή του κατά του τυράννου, αυτό ήταν ζηλευτό και ξακουστό όχι μόνο στα χωριά του Νομού Χανίων αλλά και στο πλείστον της Κρήτης. Στα μικρά μου χρόνια αριθμούσε περί τους 1500 κατοίκους. Σήμερα μόλις έχει το 1/4 κατά το πλείστον ηλικιωμένους. Το χωριό μου παράγει κυρίως λάδι, κρασί, πατάτες, κτηνοτροφικά προϊόντα και άλλα προϊόντα περιορισμένης σημασίας.


ΛΑΚΚΙΩΤΕΣ 1902

1η ΣΕΙΡΑ

1 ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ (1872-1943)
2 ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΥΖ ΕΜΜ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
3 ΝΙΚΟΛ. ΙΩΑΝ ΜΑΛΙΝΔΡΕΤΟΣ
4 ΜΑΡΙΑ ΣΥΖ ΓΕΩΡΓ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
5 ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ ΓΕΩΡΓ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
6 ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΧΑΡΙΤ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ (1877-
7 ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΑΡΙΤ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ (ΓΙΑΤΡΟΣ 1872-)
8 ΣΤΥΛ. ΣΤΑΜ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ
9 ΠΑΥΛΟΣ ΧΑΡΙΤ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ (1879-

2η ΣΕΙΡΑ

10 ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ ΕΜΜ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ
11 ΑΡΓΥΡΩ ΣΥΖ ΣΤΑΜΑΤ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
12 ΕΜΜ ΣΤΥΛ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ
13 ΑΙΚΑΤ ΣΥΖ ΧΑΡΙΤ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
(ΚΟΡΗ ΜΙΧΑΗΛ ΚΑΙ ΑΝΝΑΣ ΜΑΝΤΑΚΑ)
14 ΑΝΝΑ ΣΥΖ ΜΙΧΑΗΛ ΜΑΝΤΑΚΑ (ΚΟΡΗ ΕΜΜ. ΠΡΩΙΜΟΥ)
15 ΧΑΡΙΤΩΝ ΣΤΥΛ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ (1827-
16 ΚΛΕΑΝΘΗ ΓΕΩΡΓ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ
17 ΑΡΓΥΡΩ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ

Οι γονείς μου στην αρχή ασχολούνταν με την γεωργοκτηνοτροφία, όταν όμως απέκτησαν και τα πέντε παιδιά τους περιορίστηκαν στη γεωργία, διότι η απομάκρυνση του πατέρα από το σπίτι καθιστούσε δύσκολη τη ζωή. Είμεθα πέντε αδέλφια κατά σειρά η Ελένη, ο Γιώργης (εγώ), η Ερασμία, ο Μανόλης και ο Σταμάτης.
Στα μικρά μου χρόνια όλοι οι κάτοικοι (οι άνδρες) φορούσαμε κρητικές βράκες και υποδήματα (στιβάνια), πολλοί φορούσαν από μέσα κάλτσες. Οι βράκες ήσαν δύο, η εσωτερική, συνήθως λευκή και πολύ μακριά και η εξωτερική μαύρη και κοντή, ήταν αρκετά φαρδιά πίσω ώστε εκεί μαζευόταν το περίσσευμα της εσωτερικής και σχηματιζόταν, πίσω και κάτω ένας όγκος που αποτελούσε συνέχεια του κορμού και έδιδε καλύτερη εμφάνιση. Πάνω από τη μέση φορούν μάλλινη φανέλα πλεκτή, με μακριά μανίκια, από τις γυναίκες του σπιτιού, ένα πουκάμισο σκούρο ή μαύρο, και την καναβίτσα. Η καναβίτσα ήταν ραμμένη στο σπίτι από χονδρό πανί με μακριά και σκέπαζε το σώμα μέχρι τη μέση. Η βράκα συγκρατείτο στη μέση με μια ζώνη (χρώμα της ζώνης ροζ ή μαύρο), μακριά 2 - 4 μέτρα και φαρδιά. Η βράκα έφθανε μέχρι τα γόνατα, στο ίδιο σημείο έφθαναν και τα υποδήματα και έτσι προστατευόταν όλο το σώμα. Το χειμώνα για τη βροχή και το κρύο φορούσαν το ράσο ή καπότο ήταν υφαντό στον αργαλειό του σπιτιού, ραμμένο από τις γυναίκες του σπιτιού, με μαλλί λευκό ή και μαύρο, από πρόβατα, έφθανε λίγο πιο κάτω από το πάνω μέρος των υποδημάτων για να προστατεύει το σώμα από το νερό, είχε ραμμένη απάνω κουκούλα για το κεφάλι και μανίκια τα οποία σπανίως χρησιμοποιούνταν διότι λόγω του πάχους του υφάσματος δυσκόλευαν τις κινήσεις των χεριών. Αυτή ήταν η καθημερινή φορεσιά για όλους. Οσοι είχαν χρήματα έκαναν και σχολινή φορεσιά που αποτελείτο από βράκα με τσόχα μπλε πολύ καλή ποιότητα, μιτάνι από τσόχα μπλε κάτι παρόμοιο με την καναβίτσα, με διάφορα στολίδια (σχέδια) χρώματος προς το ροζ σκούρο και ζώνη μεταξωτή ροζ χρώμα και υποδήματα λευκά (τσεμέδες). Οι βοσκοί όταν φύλαγαν τα πρόβατα, φορούσαν υποδήματα γερά με πολλά χονδρά καρφιά από κάτω και ένα είδος παντελόνι από υφαντό μάλλινο, στο αργαστήρι του χωριού, πολύ χονδρό χρώματος λευκού ή μαύρου (ρασόκαρτσα), καναβίτσα το ίδιο και χονδρό και μακρύ καπότο (ράσο).
Οι γυναίκες φορούσαν στο κεφάλι το τσεμπέρι, κάλυμμα μαύρο, για τις ηλικιωμένες και τις πενθούσες και καφέ





ΛΗΝΟΣΕΛΙ ΑΠΟ ΤΟ ΞΥΛΟΣΚΑΛΟ

συνήθως οι λοιπές, ένα φόρεμα συνήθως μονοκόμματο, πολύ μακρύ μέχρι τους αστραγάλους, εσωτερικά παλιά φορούσαν μια σκούρα βράκα σαν παντελόνι που τα μπατζάκια της κάτω δενόταν με κορδόνια στους αστραγάλους, τα παπούτσια ήταν πολύ χονδρά, οι νεώτερες φορούσαν και κάλτσες, πολλές φορές φορούσαν υποδήματα. Τώρα σπάνια βρίσκεται χωρικός να φορά βράκες.
Ολες σχεδόν οι βαριές εργασίες γινόντουσαν από άνδρες, εκτός όταν το σπίτι δεν είχε άνδρες οπότε γινόντουσαν από γυναίκες.
Εις τα αγόρια και τα κορίτσια οι φορεσιές ήταν ανάλογες. Ετσι και εγώ φορούσα βράκα και υποδήματα μέχρι την πρώτη τάξη του γυμνασίου, πολλοί τελειόφοιτοι γυμνασίου φορούσαν βράκα και υποδήματα και μικρό ράσο το χειμώνα. Η βράκα με το υπόδημα, στην Κρήτη, συμβάδιζαν πάντοτε με τη λεβεντιά, εν αντιθέσει με τα λοιπά νησιά όπου το υπόδημα δεν υπήρχε αντί αυτού ήταν το παπούτσι και η χονδρή και μακριά κάλτσα που έφθανε μέχρι το γόνατο. Και τούτο ίσως για λόγους οικονομικούς, διότι το υπόδημα κόστιζε πολύ.
Τρία περιστατικά θυμούμαι στη μικρή ζωή μου (κάτω των 13 ετών) τα οποία μου έχουν αποτυπωθεί: Το πρώτο ήταν όταν ήμουν περίπου 6 ετών, ήταν χειμώνας και ο Πατέρας μου βρισκόταν στον Ομαλό και καλλιεργούσε τα χωράφια,

ΟΡΟΠΕΔΙΟ ΟΜΑΛΟΥ (ΑΠΟ ΤΟ ΞΥΛΟΣΚΑΛΟ)

μας ειδοποίησε να πάει η μητέρα μου στον Ομαλό για να μαζέψουν βελανίδια από τα πρινάρια που αφθονούν στο φαράγγι στο ξυλόσκαλο για να τα μεταφέρομε στο χωριό για τη διατροφή του χοίρου. Μαζί της πήρε και εμένα. Την πρώτη βραδιά μείναμε στο σπίτι στον Ομαλό. Το επόμενο πρωί πήγαμε στο ξυλόσκαλο, μαζεύοντας τα βελανίδια άρχισε ο καιρός να χαλάει. Ο Πατέρας μου γνώριζε από πείρα τον καιρό και αμέσως μας λεει, πάμε να φύγομε γιατί θα χιονίσει, πράγματι σε λίγο άρχισε να βρέχει πολύ και να χιονίζει. Φορτώσαμε τα βελανίδια στο γάιδαρο και ξεκινήσαμε για το σπίτι, πάντοτε υπό βροχή και χιόνι. Στο σπίτι ανάψαμε φωτιά ζεσταθήκαμε, φάγαμε και αμέσως μας ετοιμάζει να φύγομε. Πήραμε το γάιδαρο με τα βελανίδια μας συνόδευσε και αυτός μέχρι να περάσομε το οροπέδιο από όπου επέστρεψε αυτός γιατί είχε τα βόδια και εμείς συνεχίσαμε προς το χωριό με βροχή και χιόνι, μέχρι που κατηφορίσαμε στη Φώκια. Από κει και κάτω ο καιρός άρχισε να κοπάζει και σιγά σιγά φθάσαμε στο χωριό. Εκείνο που με εντυπωσίασε ήταν οι μεγάλες νιφάδες από το χιόνι που κολλούσαν στα μούτρα μας και γενικά στο σώμα μας. Εγώ φοβόμουν, λόγω του μικρού της ηλικίας μου, αλλά η Μητέρα μου με κρατούσε συνεχώς από το χέρι και με ενεθάρρυνε. Την επομένη μάθαμε ότι το χιόνι έφθασε στον Ομαλό το ενάμισο μέτρο.
ΦΩΚΙΑ, TO ΠΗΓΑΔΙ YΠAΡXEI AKOMH ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΠΌ ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ



Το δεύτερο περιστατικό μου συνέβη όταν ήμουν 10 περίπου χρονών. Πρέπει να ήταν τέλη Οκτωβρίου ή αρχές Νοεμβρίου , ο Πατέρας μου απουσίαζε ίσως στο Ακρωτήρι για τα πρόβατα, η Μητέρα μου έστειλε εμένα και τη μεγαλύτερη κατά δύο χρόνια αδελφή μου Ελένη στον Ομαλό, να μεταφέρομε στο χωριό λίγες πατάτες για φαγητό. Πήραμε δυο σακούλια και λίγη τροφή (ψωμί, ελιές, λίγο τυρί και ρέγκα), φύγαμε πρωί από το χωριό πεζή και μετά δύο ώρες περίπου φθάσαμε στον Ομαλό. Φάγαμε ήπιαμε νερό και βάλαμε σε κάθε σακούλι περί τα 8-10 κιλά πατάτες, τις κρεμάσαμε στην πλάτη μας και τραβήξαμε για την επιστροφή. Μετά 1/2 ώρα περίπου τελειώσαμε το οροπέδιο και αρχίσαμε τον ανήφορο, εκεί κουραστήκαμε και διψάσαμε πολύ, είχαμε κάμποσο ανήφορο ακόμη να κάνομε για να φθάσομε στα Νερατζόπορα που αρχίζει ο μεγάλος κατήφορος. Η δίψα όμως και η κούραση μας, μας απογοήτευσε και εγώ άρχισα να κλαίω, κατόπιν πολλών προσπαθειών φθάσαμε στη Φώκια εκεί υπήρχε ένα πηγάδι βάθους 4 μέτρων το οποίο είχε περί τα 0.30 μ. νερό, δεν υπήρχε όμως ούτε ντενεκές ούτε σχοινί, τότε εγώ έβγαλα το ένα στιβάνι το έδεσα με τα κορδόνια των δύο σακουλιών το κατέβασα στο νερό και το τράβηξα, είχα πάρει περί το ένα κιλό νερό θολό, η μεγάλη δίψα όμως δεν μας εμπόδισε να πιούμε το βρώμικο νερό από το βρώμικο στιβάνι και να χορτάσομε τη δίψα μας, έτσι όμως τέλειωσε το μαρτύριό μας και συνεχίσαμε το δρόμο προς το χωριό και χωρίς να μας παρουσιαστεί στομαχική διαταραχή.
Το τρίτο περιστατικό μου συνέβη το 1918 δεν είχα συμπληρώσει ακόμα τα δώδεκα χρόνια της ηλικίας μου. Είχε αρρωστήσει ο μικρότερος αδελφός μου ο Σταμάτης ο οποίος ήταν 2 ετών, εις το χωριό δεν υπήρχε γιατρός την εποχή αυτή, γιατί είχε μετοικίσει στο Φουρνέ από όπου καταγόταν η σύζυγός του και είχε πολλή περιουσία από ξυνόδεντρα και ποτιστικά. Εκεί μας πήγε ο Πατέρας μου με το ζώο, δηλαδή τη Μητέρα μου με το άρρωστο παιδί και εμένα. Ο γιατρός ήταν πρώτος του εξάδελφος, ονομαζόταν Ιωάννης Μαυρογένης. Ο Πατέρας μου έφυγε και εμείς μείναμε για λίγες μέρες. Το άρρωστο παιδί δεν πήγαινε καλά και μετά από μερικές μέρες, κατά τα μεσάνυκτα η κατάσταση χειροτέρεψε. Ο γιατρός μας είπε ότι πρέπει να ειδοποιηθεί ο Πατέρας μου να έλθει γιατί υπάρχει κίνδυνος να πεθάνει το παιδί. Ηταν 2-3 την νύχτα η ώρα που αποφάσισαν να πάω εγώ στο χωριό για να ειδοποιήσω τον Πατέρα μου. Η απόσταση ήταν περίπου 1 1/2 - 2 ώρες θα έπρεπε να περάσω από μια ερημική εκκλησία (Αγιος Γεώργιος) όπου μας είχαν διηγηθεί παλιά ότι υπήρχαν φαντάσματα, συνέχεια από μια ρεματιά που περνούσε ένας χείμαρρος, χωρίς νερό τότε, μια μεγάλη


ΜΗΤΕΡΑ , ΑΔΕΛΦΗ ΕΡΑΣΜΙΑ, ΓΙΑΓΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ ΜΑΝΤΑΚΑ
ανηφοριά δασώδης και συνέχεια ο δρόμος για το χωριό.
Εφυγα λοιπόν για το χωριό. Όταν περνούσα από το ρημοκλήσι άρχισα να φοβάμαι και όσο προχωρούσα προς
το ξεροχείμαρο άρχισα να κλαιω περισσότερο. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχε αμαξητός δρόμος για το χωριό μου, το οποίο απέχει από τα Χανιά 24 χιλιόμετρα και όποιος ήθελε να πάει στα Χανιά ή θα πήγαινε με το ζώο του ή θα κατέβαινε πολύ πρωί, πεζός, εις το Φουρνέ και από εκεί με δίτροχο κάρο (σούστα) θα συνέχιζε για τα Χανιά. Επειδή το χωριό μου ήταν μεγάλο, κάθε μέρα υπήρχαν επιβάτες για τα Χανιά. Όταν λοιπόν προχωρούσα εγώ προς το ξεροχείμαρο κατέβαινε από τη θαμνώδη περιοχή (ριζώματα), ένας συγχωριανός και συγγενείς μας, ο Νίκος Σαριδάκης. Λόγω της επικρατούσης σιγής άκουσε από μακριά τα κλάματά μου (ενός παιδιού), στο σκοτάδι, και παραξενεύτηκε, φυσικά δεν ήταν δυνατό να με γνωρίσει και φώναξε από ψηλά "ποίος είσαι μπρε" και εγώ άκουσα τη φωνή και του απαντώ "εγώ", "ποιος", μου ξανά απαντά, και εγώ του λεω " ο Γιώργης του Μαυρογενοβασίλη", τότε με γνώρισε και μου φωνάζει "μη κλαις και μη φοβάσαι μα εγώ έρχομαι κοντά σου". Πράγματι σε λίγα λεπτά συναντηθήκαμε του είπα τι συμβαίνει και μου λεει "πήγαινε και μη φοβάσαι εγώ θα στέκω εδώ και θα σε παρακολουθώ ώστε να ανέβεις στην κορυφή" (Καπροκεφαλή). Αυτός προχωρούσε και κάθε τόσο στεκόταν και μου έδινε κουράγιο εν τω μεταξύ κατέβαιναν και άλλοι χωριανοί και έτσι ανέκτησα κάπως το ηθικό μου, πιο πάνω συνάντησα και τον Πατέρα μου που ερχόταν, γιατί ονειρεύτηκε κακό όνειρο, όπως μου είπε, που δεν του άρεσε. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο αδελφός μου όχι μόνο δεν πέθανε αλλά το ίδιο βράδυ καλυτέρευσε και την επομένη τον έφεραν οι γονείς μου στο χωριό με πολύ βελτιωμένη την υγεία του.


ΟΜΑΛΟΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΡΟ

Οι γονείς μου ήταν πολύ καλοί άνθρωποι. Ο Πατέρας μου ήταν πολύ καλλιεργημένος άνθρωπος. Εκτός από το δημοτικό σχολείο είχε τελειώσει και το τριετές Σχολαρχείο που βρισκόταν στ΄ Αλικιανού, αγαπούσε τα γράμματα και επιθυμούσε να σπουδάσει αλλά τον αδίκησε ο στενός συγγενής του και Καπετάνιος της περιοχής Εμμ. Μαυρογένης. Επειδή το χωριό μου ήταν κεφαλοχώρι και πάντοτε ήταν στην πρώτη γραμμή αντιστάσεως κατά του κατακτητή, οι εκάστοτε Πασάδες κολάκευαν τους κατοίκους του. Προς τούτο και το Οροπέδιον του Ομαλού έχει παραχωρηθεί στο χωριό μου με ειδικό φιρμάνι.
Όταν τέλειωσε το Σχολαρχείο ο Πατέρας μου, ειδοποίησε ο Πασάς Χανίων τον καπετάν Μαυρογένη να του στείλει τρία παιδιά τελειόφοιτα Σχολαρχείου για να τα προωθήσει στην Κωνσταντινούπολη για παρά πέρα μόρφωση. Ο Πατέρας μου ήταν από τους καλύτερους μαθητές και του υποσχέθηκε ο Μαυρογένης ότι θα τον στείλει, αργότερα όμως άλλαξε γνώμη και έστειλε τρία άλλα παιδιά μεταξύ των οποίων και ένα συγγενή της συζύγου του. Αυτό στενοχώρεσε πάρα πολύ τον Πατέρα μου και έπαθε νευρικό κλονισμό για αρκετό καιρό.
Η εξυπνάδα και η γραμματοσύνη του Πατέρα μου τον επέβαλαν στο χωριό. Πολλές φορές του προτάθηκε να εκτεθεί Πρόεδρος Κοινότητας αλλά δεν το δέχτηκε. Ηταν πολύ τίμιος και είχε απόλυτη εκτίμηση από τους χωριανούς. Για κάθε εκτίμηση περιουσίας, για κάθε διανομή και συμφυλίωση εκαλείτο και η γνώμη του ήταν πάντα σεβαστή. Λόγω της μεγάλης κτηνοτροφίας του χωριού, υπήρχαν πολλά τυροκομεία. Κάθε τυροκομείο το συγκροτούσαν 3-5 κτηνοτρόφοι, ανάλογα με τα πρόβατα του καθενός, στο τέλος της τυροκομικής περιόδου έπρεπε να γίνει η διανομή του τυριού και των λοιπών γαλακτοκομικών προϊόντων. Η διανομή αυτή απαιτούσε υπολογισμούς και γραμματικές γνώσεις γιατί άλλο ποσοστό έπαιρναν τα γαλάρια και άλλο τα στέρφα, αλλά και ο αριθμός των ζώων ήταν διαφορετικός για κάθε κτηνοτρόφο. Σε αυτές τις περιπτώσεις σχεδόν πάντοτε εκαλείτο ο Πατέρας μου για τη μοιρασιά και η γνώμη του ήταν δεκτή χωρίς αντιρρήσεις. Γεννήθηκε το 1872 και πέθανε στη Γερμανική κατοχή το 1943 σε ηλικία 70 ετών από καρκίνο στο συκώτι. Ηταν φιλόθρησκος και φιλαλήθης και επί σειρά ετών, είχε αναλάβει επίτροπος της εκκλησία και επί των ημερών του και με αυτεπιστασία, χωρίς την ελάχιστη αμοιβή, έκτισε τη σημερινή και αρκετά μεγάλη εκκλησία του χωριού.
Η Μητέρα μου ήταν επίσης πολύ καλή και κάπως εξευγενισμένη για το χωριό, γιατί η μεν μητέρα της ήταν κόρη ιερέα και ο πατέρας της είχε ζήσει στα νέα του χρόνια στην Αθήνα, ιδιοκτήτης καφενείου μέχρι που παντρεύτηκε. Ο στρατηγός Μάντακας Εμμανουήλ ήταν αδελφός της Μητέρας μου, ο οποίος αποτάχθηκε στη δικτατορία του Μεταξά, καταδιώχτηκε τόσο από αυτόν, όσο και από τους Γερμανούς κατά τη διάρκεια της κατοχής.
Η Μητέρα μου ήταν φιλεύσπλαχνος, φιλάνθρωπος και ευσεβής ποτέ δεν πέρασε ζητιάνος από το χωριό και να μην τον περιποιηθεί όπως και την οικογένειά της, απαραιτήτως του παραχωρούσε τροφή ύπνο και ελεημοσύνη. Η ελεημοσύνη για κάθε ζητιάνο ήταν 1/4 - 1/2 οκά λάδι (300 - 600 γραμμάρια).
Η μεγάλη επιδημία γρίπης το 1918 με βρήκε σε ηλικία 12 χρονών, με πρόσβαλε βαριά ως και τη Μητέρα μου, ένα βράδυ η κατάστασή μου ήταν τέτοια που αποφάσισαν να με μεταφέρουν τω πρωί στο Φουρνέ, που υπήρχε ο γιατρός. Το βράδυ όμως η Μητέρα μου στην απελπισία της, κοπάνησε ένα μεγάλο κρεμμύδι , το τύλιξε σε ένα πανί και το απέθεσε στο στήθος μου. Το ίδιο έκανε και για τον εαυτό της. Το πρωί είχε βελτιωθεί πολύ η κατάσταση και των δύο, αυτό διαδόθηκε εντός ολίγου στο χωριό και οι θάνατοι από γρίπη σταμάτησαν. Η Μητέρα μου το διηγούταν αυτό σε όλη της τη ζωή, εγώ όμως δεν το πίστευα. Το 1970 αν δεν κάνω λάθος διάβασα δύο άρθρα στον ημερήσιο τύπο, ένα ενός Αγγλου γιατρού και ένα άλλο ενός Ρώσου γιατρού που και οι δύο συνιστούσαν το κρεμμύδι για την πρόληψη και καταστολή της γρίπης ως και άλλων ασθενειών και από τότε έπαψα να ειρωνεύομαι τη φαντασία της Μητέρας μου και συνηγορώ υπέρ της μεγάλης χρήσης των κρεμμυδιών. Σε πολύ μικρή ηλικία, που δεν το θυμούμαι, αρρώστησα από κοκκίτη που φαίνεται να με ταλαιπώρησε πολύ. Η Μητέρα μου γεννήθηκε το 1884 και πέθανε την 1.9.1970 από συγκοπή.
Η ζωή στο χωριό ήταν πάντα σκληρή όχι μόνο για τους μεγάλους αλλά και για τα μικρά παιδιά. Κάθε καλοκαίρι κατά τις διακοπές του σχολείου αλωνίζαμε τα γεννήματα στο χωριό, μόλις τελειώναμε ανεβαίναμε στον Ομαλό, για να θερίσομε, να αλωνίσομε και να μεταφέρομε τα γεννήματα στο χωριό. Σε όλες αυτές τις εργασίες παίρναμε ενεργό μέρος όλοι, μικροί και μεγάλοι. Μετά το αλώνισμα έκανα εγώ τις μεταφορές στο χωριό. Το πρωί καβαλούσα το ζώο και πήγαινα στον Ομαλό, το απόγευμα το φόρτωνε ο Πατέρας μου, πότε καρπό (σιτηρά), πότε άχυρα και τα μετέφερα στο χωριό, επίσης το καλοκαίρι σκάβαμε τις πατάτες στον Ομαλό και την άνοιξη σκάβαμε τα αμπέλια στο χωριό. Το χειμώνα βοηθούσαμε στο μάζεμα του ελαιοκάρπου. Η ηλικία δεν είχε καμιά σημασία, όλοι έπρεπε να βοηθήσουν, άλλως η ζωή θα ήταν πολύ δύσκολη.
Όταν τέλειωσα το δημοτικό σχολείο αποφασίστηκε να πάω στο Γυμνάσιο. Το γυμνάσιο βρισκόταν στα Χανιά 24 χιλιόμ. Από το χωριό μου. Εκεί είχε ο Πατέρας μου ένα αδελφό ο οποίος ασχολούταν με το τυρεμπόριο, οι γραμματικές γνώσεις ήταν τελείως περιορισμένες όπως της συζύγου του, η οποία καταγόταν από ένα μακρινό χωριό (Καρρές), και ήταν τελείως αναλφάβητη. Είχε δύο αγόρια μεγαλύτερα από εμένα, ο μεγάλος ήταν χωροφύλακας και ο δεύτερος μετά το δημοτικό, ασχολήθηκε στην αρχή με τα αυτοκίνητα και αργότερα με το λιανικό εμπόριο. Εδωσα εξετάσεις και μπήκα στο γυμνάσιο. Η πόλη με ξάφνιασε και το δυστύχημα ήταν ότι βρέθηκα σε ένα σπίτι που δεν έβλεπα παρά μια γυναίκα αγράμματη και ακατάλληλη για κάθε βοήθεια και παιδαγώγηση. Η εργασία μου ήταν περίπου του υπηρέτη, το πρωί πήγαινα στην αγορά να μου ψωνίσει ο θείος για φαί, να τα μεταφέρω στο σπίτι 20 λεπτά περίπου απόσταση και να επιστρέψω στο γυμνάσιο άλλα 20 λεπτά. Αυτό ήταν αιτία να χάνω συχνά την πρώτη ώρα στο γυμνάσιο. Το μεσημέρι πήγαινα φαγητό στο θείο στο μαγαζί του (την εποχή εκείνη τα μαγαζιά λειτουργούσαν συνέχεια από τις 7 το πρωί μέχρι τις 9 το βράδυ) και να επιστρέψω στο σπίτι. Το σπίτι ήταν στη συνοικία κάτω Κουμ - Καπί και δίπλα στη θάλασσα. Εκεί καθόντουσαν και άλλοι συμμαθητές μου από τα Χανιά, απροστάτευτοι, με τους οποίους έκανα παρέα και κάθε μεσημέρι πηγαίναμε για μπάνιο, το απόγευμα πήγαινα ξανά στο γυμνάσιο (τότε τα σχολεία λειτουργούσαν πρωί απόγευμα), το βράδυ νύσταζα και έτσι περιθώριο για μελέτη δεν υπήρχε. Εν τω μεταξύ τα κατάφερα να τελειώσω και την τρίτη τάξη του γυμνασίου, αφού έμεινα μετεξεταστέος. Επειδή δεν είχα όρεξη να συνεχίσω μου έριξε την ιδέα ο θείος μου Εμμ. Μάντακας (αδελφός της Μητέρας μου), να γραφτώ άνευ εξετάσεων στη Μέση Γεωργική Σχολή Θεσσαλονίκης ως οικότροφος (δωρεάν), το δέχτηκα με ευχαρίστηση, διότι είχα και μεγάλη τάση προς τη γεωργία.
ΟΙΚΟΓ. ΒΑΣ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΝ ΜΑΝΤΑΚΑΣ (1925)

Το πρώτο έτος φοίτησα στη Σχολή αυτή, τότε όμως οι εκτάσεις της και τα κτίρια παραχωρήθηκαν στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης για ίδρυση και εγκατάσταση εκεί του Γεωργικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν τούτου το δικό, μας σχολείο συγχωνεύθηκε με την Αβερώφειο Γεωργική Σχολή Λαρίσης (μέση σχολή), όπου και μεταφέρθηκαν όλοι οι της Μέσης Γεωρ. Σχολ. Θεσσαλονίκης. Εκεί έκανα τα υπόλοιπα δύο χρόνια, για να πάρω το σχετικό πτυχίο. Και εκεί όπως και στο προηγούμενο σχολείο υπήρχαν όλοι οι κλάδοι της Γεωργίας (Δενδροκομία, Κτηνοτροφία, Γεωργία κ.λ.π.). Η αφοσίωσή μου ήταν πολύ μεγάλη ιδιαίτερα στη δενδροκομία και τη μελισσοκομία και γι αυτό ζήτησα να αποσπασθώ μονίμως στη δενδροκομία, πράγμα που πέτυχα χωρίς όμως να παραμελώ τους άλλους κλάδους. Λόγω της προσχολικής πείρας την οποίαν είχα από το χωριό μου ακόμα, και πόθου μου να μάθω πολλά απέκτησα μεγάλη πρακτική πείρα και είχα γίνει από τους καθηγητές και επιμελητές της Σχολής. Δε δυσκολεύομαι να πω ότι ήμουν από τους καλύτερος μαθητές. Η πρακτική αυτή πείρα μου βοήθησε πάρα πολύ τόσο στην πενταετή, μετέπειτα φοίτησή μου στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή Αθηνών, όσο και στην μετέπειτα γεωπονική μου σταδιοδρομία, τόσο ως Δημόσιος υπάλληλος όσο και ως συνταξιούχος. Φυσικά τις γνώσεις αυτές πλούτισα πολύ στα διάφορα ιδρύματα που υπηρέτησα, στο Αγροκήπιο Χανίων,στις Αγροτικές Φυλακές Αγιάς Χανίων (από δύο διετίες, στο Πρακτικό Γεωργικό Σχολείο Ασωμάτων Αμαρίου Ρεθύμνης
επτά χρόνια ως Διευθυντής και Ινστιτούτο Ερευνών Χαλανδρίου επτά επίσης χρόνια από όπου και συνταξιοδοτήθηκα। Στη Μέση Γεωργ. Σχολ. Θεσσαλονίκης και συνέχεια Λαρίσης ήμουν εσωτερικός οικότροφος όπως και οι άλλοι συμμαθητές μου και έτσι είχα απαλλάξει τους δικούς μου από έξοδα διατροφής και διαμονής. Τα σχολεία ήταν μακριά από τις πόλεις και δεν είχα καθόλου έξοδα.Τα καλοκαίρια ελλείψει χρημάτων δεν επέστρεφα στο χωριό μου, το τελευταίο καλοκαίρι από την δευτέρα στην Τρίτη τάξη εργάστηκα με κάποια αμοιβή σαν εργάτης στις εργασίες του σχολείου μαζί με άλλους 6-8 συμμαθητές μου και οικονόμησα αρκετά για την εποχή χρήματα, για να ντυθώ και να συμμορφωθώ κάπως και να επιστρέψω στο χωριό μου, στο τέλος της φοίτησης με κάποια άνεση και χωρίς να επιβαρύνω τους γονείς μου, έστω και από το υστέρημά τους. Το καλοκαίρι του 1925 επέστρεψα από τη Λάρισα και αμέσως προσελήφθην από το Γεωργικό Ταμείο Ελαίας, στην καταπολέμηση του δάκου. Τον Ιανουάριο του 1926 στρατεύθηκα για να υπηρετήσω σαν κληρωτός εις τα Χανιά εις το 14ον Σύνταγμα Πεζικού, Διοικητής του οποίου ήταν, ως συνταγματάρχης, ο αδελφός της μητέρας μου Εμμ. Μάντακας. Εκεί έλαβα τον βαθμό του δεκανέα και Λοχία.
Γ. ΔΡΑΚΟΥΛΑΚΗΣ, ΕΠ. ΠΛΑΤΣΙΔΑΚΗΣ,
ΓΕΩΡ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ ΚΛΗΡΩΤΟΙ 1926


Τον Ιανουάριο του 1928 προκήρυξε διαγωνισμό το Υπουργείο Γεωργίας, για την πρόσληψη αποφοίτων, Μέσων Γεωργικών Σχολών, ως δημοσίων υπαλλήλων, έλαβα μέρος και επέτυχα και μόλις τέλειωσα το στρατό ανέλαβα υπηρεσία στο Δημόσιο.
Την εποχή που υπηρετούσα στρατιώτης παραχωρήθηκε η νομή του αγροκτήματος του Αγροκηπίου Χανίων εις τον στρατό, μάλλον για έλλειψη οικονομικών μέσων και όταν έγινα λοχίας τοποθετήθηκα εκεί με μερικούς στρατιώτες για την καλλιέργεια του.
Εις το Αγροκήπιο αυτό υπηρετούσε σαν ημερομίσθιος και ο Αναστάσιος Σπιθάκης, ο πατέρας της συζύγου μου Στέλλας σαν γεωργοτεχνίτης.



Γ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ ΛΟΧΙΑΣ

Του είχαν παραχωρήσει ένα διαμέρισμα στο οποίο έμενε με τη σύζυγό του Αρτεμισία το γένος Κουκουτσάκη (Κριάρη) από το Σέλινο Χανίων. Ο Αναστάσιος Σπιθάκης καταγόταν από τα Πιτσίδια Μεσαράς Ηρακλείου και νομίζω σαν χωροφύλακας υπηρέτησε στο Σέλινο όπου γνώρισε την Αρτεμισία και την παντρεύτηκε. Τότε ο παλιός πολιτικός από το Σέλινο και συγγενής της Αρτεμισίας, Αριστείδης Κριάρης τον διόρισε σαν αρχιεργάτη Αγροκηπίου. Ηταν πάρα πολύ καλός και αγαθός άνθρωπος.
Η Στέλλα έμενε από μικρό παιδί στην Αθήνα στην αδελφή της Ευσεβία Παπαγρηγοράκη. Ο Ιωάννης Παπαγρηγοράκης ήταν αξιωματικός της χωροφυλακής. Η Στέλλα τέλειωσε το Αρσάκειο και διορίστηκε στο Τηλεφωνικό Κέντρο Αθηνών. Το 1927 0 Παπαγρηγοράκης μετετέθη στη Σύρο και τότε η Στέλλα έβγαλε μετάθεση για τα Χανιά. Εις τα Χανιά ήρθε το καλοκαίρι του 1927 κοντά στους γονείς της. Τότε υπηρετούσα και εγώ σαν λοχίας εκεί. Το διαμέρισμα που έμενα ήταν δίπλα στο δικό τους, στην ίδια οικοδομή. Σαν κορίτσι ήταν πολύ ευπαρουσίαστη και κάναμε παρέα .

ΣΤΕΛΛΑ Μ., ΝΙΚΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ,ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΥ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ Μ।
ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΚΑΙ ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ.
ΠΑΡΑΘΕΡΙΣΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1932

Ετσι παντρευτήκαμε το Νοέμβριο του 1927. Εις τις αρχές του 1928 αποστρατεύτηκα και ανέλαβα υπηρεσία στη Γεωργική
Υπηρεσία Χανίων όπου και είχα τοποθετηθεί κατόπιν της επιτυχίας μου σε διαγωνισμό του Υπουργείου Γεωργίας όπως αναφέρω παραπάνω.
Το καλοκαίρι του 1928 προκηρύχτηκε διαγωνισμός από το Υπουργείο Γεωργίας και ζητούσε όσοι Γεωπόνοι, Μέσων Γεωργικών Σχολείων, επιθυμούσαν να μετεκπαιδευτούν στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή να το δηλώσουν αμέσως. Από τα Χανιά κάναμε δύο αιτήσεις, μας έστειλαν τα θέματα και διαγωνιστήκαμε στα Χανιά στην ορισθείσα επιτροπή. Πετύχαμε και οι δύο και ειδοποιηθήκαμε να μεταβούμε τα τέλη Σεπτεμβρίου στην Αθήνα. Στην αρχή πήγα μόνος μου και έμενα στο σπίτι του Ιωάννου Παπαγρηγοράκη, ο οποίος είχε μετατεθεί εν τω μεταξύ στην Αθήνα, φρόντισε και για τη μετάθεση της Στέλλας στην Αθήνα και μετά ένα μήνα περίπου μετετέθη και αυτή.
Η φοίτηση στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή ήταν πολύ δύσκολη και διάβαζα πάρα πολύ, διότι αν έμενα, στην ίδια τάξη, θα έχανα το δικαίωμα του μισθού του υπαλλήλου. Ας σημειωθεί ότι οι μισθοί τότε ήταν πολύ μικροί, ο δικός μου στην αρχή ήταν 1800 δρχ. και της Στέλλας περί τις 2200-2500 διότι έπαιρνε και εξαιρέσιμα λόγω εργασίας κατά τις εορτές και νυκτερινές ώρες. Την Ανωτάτη Γεωπονική τελείωσα χωρίς να χάσω χρόνο, ούτε και έμεινα ποτέ μετεξεταστέος. Η φοίτηση ήταν πέντε έτη. Το τελευταίο έτος τέλειωσε τον Απρίλιο του 1933 ακολούθησαν 5 μήνες πρακτική εξάσκηση και υποβολή αναλόγου διατριβής. Εγώ και άλλος ένας, μετεκπαιδευθείς ο κ. Σαμαράς, ζητήσαμε να κάνομε τη διατριβή μας εις το εργαστήριο Γεωργικών Βιομηχανιών υπό τον καθηγητή κ. Καλούδη, ένα εξαιρετικό και ευγενέστατο άνθρωπο

ΓΕΩΠΟΝΟΣ 1933

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΑΥΡΟΓΕΝΗΣ
. Μας ανατέθηκε σαν θέμα, η Αραχίς (αράπικο φιστίκι) και η κατεργασία της σταφυλής σε οίνο. Εργαστήκαμε εντατικά και την δεδομένη προθεσμία είμαστε έτοιμοι για υποβολή της διατριβής μας. Ορίστηκε η επιτροπή από καθηγητές και κατά την εξέταση δεν υπήρξε καμιά δυσκολία και εντός της επομένης έλαβα το πτυχίο της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής. Μετά από ένα μήνα περίπου το Υπουργείο Γεωργίας με τοποθέτησε εις την Γεωργική Υπηρεσία Χανίων. Εν τω μεταξύ είχε γεννηθεί και ο Βασίλης (ο πρώτος γιος μου). Μετά από λίγους μήνες μετατέθηκε και η Στέλλα στο τηλεφωνικό κέντρο Χανίων. Για να αντεπεξέλθομε στις δυσκολίες λόγω του τρίτου μέλους, διότι και οι δύο είμαστε υπάλληλοι, βρήκαμε μια κοπέλα από κάποιο χωριό η οποία είχε κάμει προηγούμενα σε άλλο σπίτι και γνώριζε μερικά πράγματα ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει στις ανάγκες. Για το σκοπό αυτό πιάσαμε σπίτι στο Τηλεφωνικό Κέντρο κοντά ώστε να πετιέται 1-2 φορές την ημέρα η Στέλλα στο σπίτι.
Υπηρετούσα στα κεντρικά γραφεία της Υπηρεσίας με έδρα τα Χανιά και μπορούσα να πηγαίνω σε διάφορα χωριά ολοκλήρου του Νομού Χανίων. Στα τέλη του 1933 επανήλθε το Αγροκήπιο στη δικαιοδοσία της Γεωργικής Υπηρεσίας και τοποθετήθηκε εκεί κάποιος συνάδελφος ηλικιωμένος, ο κ. Γεωργαλάς. Δεν θυμάμαι για ποιο λόγο μετατέθηκε αυτός από εκεί και τοποθετήθηκα εγώ. Εκεί υπηρέτησα δύο χρόνια. Το κτήμα αυτό είχε έκταση 60 περίπου στρέμματα ποτιστικά, χρησίμευε κυρίως για παραγωγή δενδρυλλίων προς διάδοσή των σε όλη την Κρήτη. Οι μισθοί του γεωργοεργατικού προσωπικού που χρησιμοποιούσαμε ήταν 25-30 δρχ. την ημέρα.

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗΣ 1933


Σε κάποια προεκλογική περίοδο άρχισαν οι πολιτικοί παράγοντες του Νομού να μου στέλνουν διάφορα πρόσωπα, μέσω του Γενικού Διοικητού Κρήτης, (τότε υπήρχε Γεν. Διοίκηση Κρήτης με έδρα τα Χανιά), ακατάλληλα για εργασία γεωργική, στέλνονταν δε σαν ειδικοί τεχνίτες με αμοιβή 40-45 δρχ. Τελικά ενώ είχα 6-7 εργάτες για τις ανάγκες του κτήματος, μου έστειλαν άλλους τόσους με διπλάσιο σχεδόν μισθό από τους πραγματικά εργαζόμενους στο κτήμα και οι οποίοι δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να εργαστούν στις εκτάσεις του κτήματος. Τότε απευθύνθηκα στην υπηρεσία μου και ζητούσα την γνώμη τους, αυτοί μου απάντησαν ότι είναι δικό μου ζήτημα και αν δεν δικαιολογούνται θα έχω την ευθύνη της πληρωμής τους. Το πρώτο Σάββατο τους πλήρωσα και επειδή άρχισαν να διαμαρτύρονται και οι τακτικοί εργάτες που είχα, τόσο για την τεμπελιά των νέων εργατών, όσο και για την μεγάλη διαφορά ημερομισθίου, τους είπα να μην ξαναέλθουν διότι δεν θα πληρωθούν. Τότε δεν υπήρχε ΙΚΑ κλπ. Πράγματι δεν ήλθαν αλλά σε λίγες μέρες με πήρε ένας βουλευτής του τότε Λαϊκού κόμματος, ο Κατζουράκης, στο τηλέφωνο και μου έκανε παράπονα, του εξήγησα τους λόγους για τους οποίους τους έδιωξα αλλά αυτός ήταν ανένδοτος. Εγώ επέμενα και του είπα ότι έχω ορκιστεί να εκτελώ την υπηρεσία μου νομίμως και ευσυνειδήτως και δεν μπορώ να τους πάρω διότι το Δημόσιο δεν το θεωρώ σαν στάβλο να μπορεί ο καθένας να σταβλίζεται εκεί ακόπως. Το τηλέφωνο έκλεισε και σε λίγες μέρες έστειλαν άλλον συνάδελφο ηλικιωμένο τυροκόμο κ. Πολυχρονίδη, άσχετο προς τα φυτώρια. Εγώ επανήλθα στα κεντρικά γραφεία της Υπηρεσίας.
Κατά την περίοδο αυτή είχε προφυλακιστεί ο γεωπόνος των Αγροτικών φυλακών Αγυιάς, Ζερβός, για καταχρήσεις και οι φυλακές ζητούσαν επιμόνως γεωπόνο από την Γενική Διοίκηση Κρήτης. Η Γεωργική Υπηρεσία Χανίων με πρότεινε και ανέλαβα υπηρεσία σαν τεχνικός διευθυντής το 1936.
Οι Αγροτικές φυλακές Αγυιάς Χανίων ευρίσκονται παρά την αμαξιτή οδό Χανίων Αλικιανού και εις απόσταση 9 περίπου χιλιομέτρων από Χανιά.
Οι εκτάσεις των Αγροτικών φυλακών ανέρχονται σε 800 περίπου στρέμματα, τα περισσότερα των οποίων είναι ποτιστικά. Υπάρχει μικρή έκταση με καλλιέργεια αμπέλου Επιτραπέζιας ποικιλίας, μερική έκταση βοσκοτόπου και το υπόλοιπο για καλλιέργεια λίγων δημητριακών (σιτάρι, βρώμη, κριθάρι), αρκετών εσπεριδοειδών κ.λ.π. δένδρων και τα υπόλοιπα για λαχανοκομία. Εις τις φυλακές ήταν ανεπτυγμένη και η κτηνοτροφία, περί τα 100 πρόβατα, αγελάδες, χοίροι, κότες και κουνέλια. Τα προϊόντα που παράγονται στις φυλακές χρησιμοποιούνται κυρίως για την διατροφή του προσωπικού, των φυλακισμένων και των ζώων των φυλακών.
Η υπηρεσία μου άρεσε πολύ διότι είχα πλήρη ελευθερία για την εκλογή των καλλιεργειών. Φρόντισα για την αντικατάσταση των ζώων δια νέων εξευγενισμένων ατόμων προς καλυτέρευση των υπαρχόντων.
Εκείνο που παρατήρησα, από την πρώτη στιγμή, ήταν ο εκφυλισμός των χοίρων. Ο εκφυλισμός έφθασε σε σημείο που το 60 – 70 % των χοιριδίων εμφανίζονταν ερμαφρόδιτα λόγω της αιμομιξίας. Όπως διαπίστωσα τούτο οφειλόταν στην πλήρη αδιαφορία για το χοιροστάσιο. Το χοιροστάσιο απέδιδε το απαιτούμενο κρέας, για τις ανάγκες των φυλακών και επί πλέον απέδιδε αρκετά εκ της πωλήσεως χοιριδίων εις τους ιδιώτες της περιφέρειας. Η κατάσταση χειροτέρευε γιατί τόσο ο διοικητικός διευθυντής όσο και οι φύλακες αγόραζαν τα εκλεκτά χοιρίδια για τον εαυτόν τους ή τους γνωστούς τους και τα μη διατιθέμενα τα κρατούσαν για ανανέωση των παλαιών αλλά και καμία εισαγωγή έξωθεν δεν γινόταν και η αιμομιξία έφθασε στο έπακρον.
Την κατάσταση εκθέσαμε στον διευθυντή ο οποίος μου υποσχέθηκε πλήρη ελευθερία και συμπαράσταση. Δυστυχώς ήτο ο πρώτος που παρέβη την υπόσχεσή του κατ επανάληψη.
Συγκεκριμένα μόλις ανέλαβα υπηρεσία άρχισα να ξεχωρίζω από κάθε γέννα 1-2 καλά χοιρίδια, εφόσον υπήρχαν, για να χρησιμεύσουν προς αντικατάσταση των παλαιών, εκ παραλλήλου δε φρόντισα για την προμήθεια νέων εκ της Ανωτάτης Γεωπονικής Σχολής Αθηνών. Δυστυχώς όμως κάθε τόσο απουσίαζαν τα επιλεχθέντα χοιρίδια, εις ερώτηση του αρμοδίου φύλακα ότι ο διευθυντής τα έδιδε σε φίλους του. Στην αρχή σκέφτηκα να παραβλέψω, δυστυχώς η εξαφάνιση συνεχιζόταν, τότε πήγα στον διευθυντή και του εξέθεσα ότι με αυτό τον τρόπο δεν πρόκειται να γίνει βελτίωση και θα αναγκαστώ να φύγω. Για πολλές φορές μου υποσχέθηκε ότι δεν θα ξαναγίνει αυτό.
Όμως το πράγμα εξακολουθούσε να παρατραβάει και τότε παρουσιάστηκα και του τα πέταξα στο πρόσωπο και έφυγα για την υπηρεσία μου όπου και εξέθεσα την κατάσταση και ζήτησα ύστερα από δύο χρόνια υπηρεσίας στις φυλακές να ανακληθεί η απόσπασή μου από τις φυλακές.
Ο Γενικός Διοικητής Κρήτης κ. Σφακιανάκης συνεδέετο εκ καταγωγής με τον διευθυντή των φυλακών Ι. Κεφαλογιάννη εκ Σφακίων. Η δε σύζυγος του διευθυντή Γεωργίας ήταν αδελφή στενού φίλου και εμπορευομένου, του διευθυντή των φυλακών, ο οποίος ήταν προμηθευτής των φυλακών αλλά και αγοραστής των προϊόντων των φυλακών.
Η ανάκλησή μου έγινε πράγματι και μετά λίγο χρόνο μετετέθην στο Ρέθυμνο ως βοηθός προϊστάμενου Γεωργικής Υπηρεσίας Ρεθύμνης. Η μετάθεση έγινε το θέρος του 1938, εν τω μεταξύ είχε γεννηθεί και ο Τάσος (δεύτερος υιός). Η Στέλλα έφυγε από την υπηρεσία ως παθούσα εις αυτήν και η εγκατάστασή μας έγινε στο Ρέθυμνο. Ο Διευθυντής Γεωργικής Υπηρεσίας Ρεθύμνης, ήταν άνθρωπος αδιάφορος για την υπηρεσία του και κατά κάποιο τρόπο ξένος προς το επάγγελμα του γεωπόνου καίτοι γεωπόνος. Εκτός από την υπηρεσία του βοηθού μου ανέθεσε και το προσφυγικό ζήτημα του Νομού. Το προσφυγικό ζήτημα ήταν πολύ πολύ οξύ, όπως σε όλη την Ελλάδα. Οι διαπληκτισμοί, τόσο μεταξύ προσφύγων, όσο και μεταξύ προσφύγων και γηγενών, παρά τα 16 χρόνια, που είχαν περάσει, υπήρχαν πάντοτε. Μέχρι τότε το προσφυγικό του Νομού είχε αναλάβει ένας διοικητικός υπάλληλος ο οποίος είχε δείξει άσκημη διαγωγή και οι υποθέσεις εκκρεμούσαν στο γραφείο επί πολύ χρόνο. Μόλις παρέλαβα φρόντισα να τις ξεκαθαρίσω το ταχύτερο και για κάθε νέα μετέβαινα επί τόπου εντός 2-3 ημερών και έδιδα κάποια δυνατή λύση. Εκτός των λοιπών καθηκόντων μου , μου ανετέθη η εργασία του εισηγητή της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων του Νομού Ρεθύμνης.
Όπως έχω αναφέρει προηγουμένως ο στρατηγός Εμμ. Μάντακας ήταν αδελφός της μητέρας μου. Με τη δικτατορία του Μεταξά είχε φύγει από το στρατό και μετά το αποτυχόν κίνημα κατά του Μεταξά, το 1938 φυγοδικούσε στην Κρήτη και Στερεά Ελλάδα βραδύτερο, μέχρι και την απελευθέρωση από τους Γερμανούς.
Το καλοκαίρι του 1940 βρισκόμουν στην Επαρχία Αμαρίου Ρεθύμνης για υπηρεσία. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν ξενοδοχεία στις επαρχίες και οι γεωπόνοι φιλοξενούνταν συνήθως εις το σπίτι του Προέδρου της Κοινότητας ή στον Αστυνομικό Σταθμό. Είχα διανυκτερεύσει στο χωριό Μέρωνας, εις τον Αστυνομικό Σταθμό, όπου κατόπιν αναζητήσεων από τηλεφώνου, με βρίσκει ο Δ/ντής μου και μου λέγει «πάρε βεβαίωση σε ποια χωριά διανυκτέρευσες αυτές τις ημέρες και έλα αμέσως». Αυτό με ξάφνιασε γιατί δεν μπορούσα να καταλάβω περί τίνος επρόκειτο. Την πρώτη ημέρα είχα διανυκτερεύσει στο σπίτι του Προέδρου της Κοινότητας Αγ. Παρασκευής Αμαρίου τη δεύτερη στο Γεωργικό Σχολείο Ασωμάτων Αμαρίου και την Τρίτη στον Αστυνομικό Σταθμό Μέρωνα Αμαρίου. Από τον Πρόεδρο της Κοινότητας Αγίας Παρασκευής δεν μπορούσα να πάρω βεβαίωση γιατί ήταν πολύ μακριά. Επήρα μόνο από το Αστυν. Τμήμα και τα δύο άλλα σημεία, μνημόνευσα στην αναφορά που υπέβαλα στον Προϊστάμενο μου, μόλις γύρισα στο Ρέθυμνο.
Ο Προϊστάμενος μου, μόλις έφθασα μου είπε ότι υπάρχει τηλεγραφική διαταγή του Γενικού Διοικητή Κρήτης να παρουσιαστώ αμέσως στο γραφείο του στα Χανιά.
Υπέβαλα μια αναφορά στον Προϊστάμενο μου αμέσως στην οποία ανέφερα λεπτομερώς που πήγα τι έκανα με ποιους ήρθα σε επαφή και που διανυκτέρευσα.
Αυτός έκαμε μια αναφορά εις τον Γενικό Διοικητή στην οποία έβαλε και την δική μου και μου την έδωσε εντός φακέλου και αναχώρησα για Χανιά.
Στα Χανιά παρουσιάστηκα στο Διευθυντή Γεωργίας ο οποίος με παρουσίασε αμέσως στον Γενικό Διοικητή Σφακιανάκη.
Η πρώτη ερώτηση του Γενικού Διοικητή ήταν που σου έδωσε το γράμμα που μου ταχυδρόμησες από το Ρέθυμνο ο θείος σου ο Μάντακας. Εγώ βρέθηκα σε αμηχανία διότι ούτε συνάντησα τον Μάντακα, που δεν ήταν στην περιφέρεια του Νομού Ρεθύμνης, ούτε επιστολή ταχυδρόμησα προς τον Γενικό Διοικητή και του δήλωσα ότι δεν γνωρίζω απολύτως τίποτα και ότι δεν ενδιαφέρομαι παρά για την οικογένειά μου και για την υπηρεσία μου. Δεν ξέρω αν έγινα πιστευτός, αλλά μου έκαμε δριμύτατες παρατηρήσεις για τον Μάντακα και είπε « ξέρεις ότι στο τμήμα μεταγωγών βρίσκεται ο πατέρας σου και άλλοι συγγενείς σου που αύριο φεύγουν για εξορία;» όχι του απάντησα που να το ξέρω από το Ρέθυμνο. (Από τον ίδιο τον Μάντακα έμαθα πολύ αργότερα ότι είχε δώσει την επιστολή σε κάποιο, με την παράκληση να ταχυδρομηθεί από το Ρέθυμνο για παραπλάνηση των διωκτών του, χωρίς να φανταστεί ότι θα με βλάψει.) Τότε μου είπε πήγαινε να τους δεις και θα παραμείνεις εδώ στη Γεωργική Υπηρεσία μέχρι νεωτέρας διαταγής.
Κατέβηκα στα υπόγεια του Διοικητικού μεγάρου, όπου το τμήμα μεταγωγών συνάντησα τον Πατέρα μου και 5-6 άλλους συγγενείς μου οι οποίοι την επομένη αναχώρησαν για Νάξο, Σύρον κ.λ.π. και οι οποίοι δεν είχαν καμιά ανάμιξη με τον Μάντακα διότι αυτός εκείνη την εποχή βρισκόταν εις την επαρχία Σφακίων, όπως έμαθα αργότερα.
Μετά 6-7 ημέρες παρουσιάστηκα ξανά στο Γενικό Διοικητή και του είπα ότι τα οικονομικά μου και οι ανάγκες της οικογένειάς μου δεν μου επιτρέπουν να παραμένω στα Χανιά και τον παρακάλεσα να μου επιτρέψει να επανέλθω στο Ρέθυμνο. Εδέχθη το αίτημά μου και αμέσως αναχώρησα για Ρέθυμνο.
Σε μικρό χρονικό διάστημα ήρθε η μετάθεσή μου από το Ρέθυμνο εις την Δ/νση Γεωργίας Σύρου ως βοηθός προϊσταμένου. Αυτό δεν με στεναχώρεσε διότι ήθελα να απομακρυνθώ από την Κρήτη για να μη γίνω στόχος εξ αιτίας της συγγένειάς μου με τον Μάντακα, ζήτησα την προκαταβολή των οδοιπορικών μου των εξόδων της οικογένειάς μου και της οικοσκευής μου σύμφωνα με το Νόμο. Ο καιρός περνούσε και τα οδοιπορικά δεν έρχονταν από το Υπουργείο και εγώ ανέφερα ότι για λόγους οικονομικούς αδυνατώ να αναχωρήσω.
Νόμιζα πως αν μετέβαινα στην Αθήνα θα βρισκόταν κάποια λύση για την τακτοποίηση του ζητήματος. Αναχώρησα για την Αθήνα τέλη Σεπτεμβρίου ή αρχάς Οκτωβρίου 1940. Μόλις ήρθα στο Υπουργείο παρουσιάστηκα στον Προσωπάρχη και αυτός μου είπε ότι είναι ζήτημα του Υπουργού Ασφαλείας Μανιαδάκη και ας παρουσιαστώ σ αυτόν και ίσως τον πείσω.
Την επομένη το πρωί μετέβην στο Υπουργ. Ασφαλείας και αντίκρισα μια σειρά 40 - 50 άτομα που παρέλαυναν μπροστά από τον Υπουργό για να του εκφράσουν κάποιο παρόμοιο παράπονο.




Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΤΟΥ, 1939,
ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΣΤΗ ΝΑΞΟ



Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΜΑΝΙΑΔΑΚΗ

Παρουσιάστηκα, ενημερωμένος αυτός από πριν. Προτού ανοίξω το στόμα μου έβγαλε μόνος του το συμπέρασμα, εσείς οι κομουνιστές, Μα κ. Υπουργέ… κομμένα τα μα και μα, τράβα γιατί γρήγορα θα σε ξορίσω και θα σας κρεμάσω όλους. Φυσικά κομουνιστής δεν ήμουν αλλά η δικαιολογία ήταν αυτή για τους μη Λαϊκούς.
Εφυγα γιατί είδα ότι κάθε προσπάθεια ήταν άσκοπος. Επέστρεψα στο Ρέθυμνο και περίμενα την αποστολή των οδοιπορικών για την μετάθεση μου στη Σύρο.
Περί τις 9 ή 10 Οκτωβρίου έρχεται τηλεγραφική διαταγή από το Μεταξά που έλεγε "Διατάξατε γεωπόνο Μαυρογένη αναχωρήσει αμέσως δια Σύρο άλλως θέσατε αυτόν εκτός υπηρεσίας".
Κατόπιν της καταστάσεως αυτής μου συνέστησε και ο προϊστάμενός μου ότι αδυνατεί να με μισθοδοτεί και ότι είναι προτιμότερο να φύγω για τη νέα μου θέση παρά το παράνομο της διαταγής. Αποφάσισα λοιπόν να αναχωρήσω για την Σύρο προς αποφυγή περαιτέρω ταλαιπωριών. Πήρα την οικογένειά μου και την οικοσκευή μου και αναχώρησα περί τις 20 Οκτωβρίου 1940 για Σύρο μέσω Αθηνών.
Επί τη ευκαιρία της παραμονής μου εις Αθήνας θεώρησα καλόν να μεταβώ με τα δύο αγόρια μου εις το Νοσοκομείο Παίδων όπου προίστατο ο καθηγητής Χωρέμης για να εξετάσει τον μικρότερο, τον Τάσο, ο οποίος επί ένα και πλέον μήνα παρουσίαζε μια μόλυνση στη μύτη χωρίς να βελτιώνεται η κατάστασή του. Εις το Ρέθυμνο τον είχα παρουσιάσει σε τρεις γιατρούς και όλοι τους μας καθησύχαζαν ότι επρόκειτο περί απλής μόλυνσης και θα περάσει με τα πρόχειρα φάρμακα που μας έδιδαν. Δυστυχώς όμως είχαν κάνει κακή διάγνωση με την επιπολαιότητά τους.
Όταν παρουσίασα τον Τάσο στον καθηγητή Χωρέμη "από πού έρχομαι και γιατί δεν έδειξες το παιδί σε γιατρούς της περιφέρειάς σου". Του απάντησα από το Ρέθυμνο και το έχουν δει τρεις γιατροί και με καθησύχασαν ότι πρόκειται περί απλής μολύνσεως. Ο γιατρός απόρησε για την άγνοια των γιατρών της επαρχίας, και μας είπε ότι το παιδί έχει διφθερίτιδα ρινική και απορεί πως ζει επί 30 και πλέον ημέρες, με την προσβολή αυτή. Το κράτησε στο Νοσοκομείο για θεραπεία. Τότε τον παρακάλεσα να εξετάσει και τον μεγάλο (Βασίλη) μήπως και αυτός έχει προσβληθεί και πράγματι βρέθηκε μολυσμένος. Αυτόν όμως δεν τον κράτησε στο νοσοκομείο, αλλά μας είπε να τον μεταφέρομε εκεί 2-3 μέρες προς θεραπεία.
Κατόπιν συνεννοήσεως με την σύζυγό μου Στέλλα αποφασίσαμε να παραμείνει αυτή στο ξενοδοχείο με το μεγάλο παιδί και να μεταβώ εγώ στη Σύρο προς εξεύρεση κατοικίας και να επιστρέψω να τους παραλάβω οπότε θα έχουν θεραπευτεί και τα παιδιά. Πράγματι στις 27 Οκτωβρίου αναχώρησα για Σύρο και εγκαταστάθηκα εις ένα ξενοδοχείο για να φροντίσω για τα περαιτέρω.
Την 28 όμως ημέρα Δευτέρα την επόμενη δηλαδή της αφίξεώς μου στη Σύρο ξύπνησα με τις σειρήνες και τα ραδιόφωνα που γνώριζαν στους Ελληνες την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία. Παρουσιάστηκα στην Υπηρεσία μου (στη Δ/νση Γεωργίας Σύρου ) της οποίας προίστατο ο γεωπόνος κ. Σπύρος Σπύρου, του εξέθεσα την κατάστασή μου και ότι είναι ανάγκη να επιστρέψω αμέσως στην Αθήνα κοντά στην οικογένειά μου, βρήκα μεγάλη κατανόηση, παρουσιάστηκα και στον Νομάρχη ο οποίος μου είπε να κάνω ότι νομίζω καλύτερο και δεν έχει καμία αντίρρηση, αλλά δεν υπάρχει προς το παρόν μέσον επιστροφής προς Αθήνας διότι τα πάντα έχουν επιταχθεί για τις ανάγκες του Στρατού.
Όταν επέστρεψα στο γραφείο μου ο προϊστάμενος της υπηρεσίας , μου είπε ότι υπάρχει ένα Αγροκήπιο της υπηρεσίας εις την Ανδρο και το επισκέπτονται οι γεωπόνοι της υπηρεσίας μόνο δια μέσου των Αθηνών. Επίσης μου είπε ότι θα μου κάνει μια διαταγή να μεταβώ εκεί για υπηρεσία, οπότε θα περάσω από Αθήνα, θα βρω την οικογένειά μου και θα την φροντίσω. Πράγματι μου έκανε τη διαταγή και εγώ άρχισα να ψάχνω για μέσον μεταφοράς. Εν τω μεταξύ βρέθηκαν και άλλοι υπάλληλοι από την Αθήνα, για υπηρεσία στη Σύρο και φρόντιζαν με κάθε μέσον να επιστρέψουν στην Αθήνα.
Μετά 5-6 μέρες βρέθηκε ένα μικρό καΐκι που είχε φέρει γουρούνια στη Σύρο. Επρόκειτο να φύγει βράδυ για την Αθήνα από ένα ορμίσκο που βρισκόταν στον Αγιο Νικόλαο. Συγκεντρωθήκαμε 6-8 άτομα και με τρικυμία και φοβερή βρώμα από ακαθαρσίες των γουρουνιών, διότι δεν είχε καθαριστεί καλά, ταξιδέψαμε όλη τη νύχτα για να φθάσομε το πρωί στο Λαύριο Αττικής, σε άθλια κατάσταση, μουσκεμένοι από τα κύματα και ταλαιπωρημένοι από τον εμετό και τη θαλασσοταραχή.
Στο Λαύριο βρήκαμε ένα λεωφορείο για Αθήνα. Περνώντας από την Αγία Παρασκευή είδα στο δρόμο τη Στέλλα με το ένα παιδί, (το Βασίλη) νομίζω. Κατέβηκα αμέσως και πήγα στο σπίτι της αδελφής της (Αντωνοπούλου) και τους συνάντησα. Εκεί μου διηγήθηκε την περιπέτειά της, τις μέρες αυτές περίπου ως εξής: "Το πρωί της κηρύξεως του πολέμου πήρε το Βασίλη από το Ξενοδοχείο που μένανε στην Αθήνα, και πήγε στην αδελφή της, που είχε σπίτι στην Αγία Παρασκευή, άφησε το Βασίλη εκεί και επειδή δεν εύρισκε συγκοινωνία να επιστρέψει στην Αθήνα για τον Τάσο (στο Νοσοκομείο) νοίκιασε ένα γυναικείο ποδήλατο και πήγε στο Νοσοκομείο, οι συναγερμοί συνεχιζόντουσαν και τα παιδιά στο Νοσοκομείο είχαν εγκαταλειφθεί από το προσωπικό. Δεν κρατούσε ρούχα του Τάσου και τον τύλιξε σε ένα σεντόνι και τον πήρε. Στο ποδήλατο δεν μπορούσε να τον καθίσει διότι ήταν γυναικείο και ο Τάσος ήταν μόλις 2 1/2 ετών. Βρήκε ένα τετράτροχο κάρο που πήγαινε στην Αγία Παρασκευή, παρακάλεσε τον οδηγό και την πήρε μαζί και το ποδήλατο και πήγαν στην αδελφή της." Ας σημειωθεί ότι τα παιδιά είχαν θεραπευθεί από την ρινική διφθερίτιδα με τη θεραπεία στο Νοσοκομείο. Την επομένη πήγα εγώ στον Πειραιά και πληροφορήθηκα ότι κάποιο πλοίο επρόκειτο να φύγει για την Κρήτη, το Αντένα.
Την επομένη κατόρθωσα και ήρθα σε επαφή με το πρακτορείο και κατόπιν γύρισα πίσω. Το απόγευμα τους πήρα και τους πήγα στο πλοίο και έφυγαν για τα Χανιά. Από τα Χανιά ανέβηκαν στο χωριό μας, τους Λάκκους όπου έμειναν στο πατρικό μου σπίτι και σε λίγες μέρες έπιασαν ένα δωμάτιο εκεί κοντά και έμεναν μόνοι τους.
Εγώ στον Πειραιά βρήκα την οικοσκευή μας, τοποθετημένη στην προκυμαία και φρόντισα και βρήκα ένα καΐκι Κρητικό που επρόκειτο να φύγει σε λίγες μέρες για τα Χανιά. Συμφωνήσαμε τη μεταφορά της οικοσκευής στα Χανιά, πλήρωσα τα συμφωνηθέντα και έφυγα.
Η οικοσκευή μεταφέρθηκε στα Χανιά στο Τελωνείο από όπου πήγε και την πήρε, η Στέλλα, με φορτηγό αυτοκίνητο και τη μετέφερε στο χωριό.
Εγώ έφυγα την επομένη το πρωί από την Αθήνα για Ραφήνα και από εκεί με μικρό καΐκι για Γαύριο Ανδρου όπου ήταν το Αγροκήπιο της υπηρεσίας μου. Εκεί έμεινα 5-6 μέρες ώστε να βρω καΐκι για Σύρο, έφυγα πάλι με τρικυμία.



Β' ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ, ΚΑΤΟΧΗ, ΕΜΦΥΛΙΟΣ


Όταν πήγα στη Σύρο μου είπαν οι συνάδελφοί μου ότι επιστρατεύτηκα ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός διαχειρίσεως (παρόλο ότι με είχαν χαρακτηρίσει κομουνιστή) και πρέπει να παρουσιαστώ στο Φρουραρχείο αμέσως. Στο Φρουραρχείο μου έδωσαν φύλλο πορείας για έμπεδα Αθηνών. Νέα ταλαιπωρία, η μεταφορά μου με καΐκι στη Ραφήνα με τρικυμία. Στα έμπεδα Αθηνών μου έδωσαν στρατιωτική στολή (στολή στρατιώτη) αγόρασα ένα περίστροφο και δυο αστέρια, ανά ένα σε κάθε ώμο μου και έγινα Ανθυπολοχαγός. Μου έδωσαν και φύλλο πορείας για κάποιο κέντρο εφοδιασμού χωρίς να μου γνωρίσουν που είναι, μου είπαν θα πας στα Ιωάννινα μέσω Καλαμπάκας και θα μάθεις.
Την επομένη έφυγα για Καλαμπάκα, με τραίνο, όπου φθάσαμε πολύ αργά το βράδυ. Εκεί δεν υπήρχε ούτε ξενοδοχείο ούτε σπίτι για διανυκτέρευση, υπήρχε ένα πανδοχείο, μας έβαλαν σε ένα μεγάλο θάλαμο, μου έδωσαν ένα κρεβάτι που αποτελείτο από δύο σιδερένια στρίποδα και τρία σανίδια με μια κουβέρτα, έκανε πολύ κρύο, αλλά υπήρχε μια σόμπα με ξύλα και έτσι περάσαμε υποφερτά τη νύχτα.
Το πρωί σηκωθήκαμε και είχε πολύ κρύο και πολλή υγρασία, ήταν περίπου μέσα Νοεμβρίου. Μας έβαλαν σε ένα λεωφορείο για Ιωάννινα όπου φθάσαμε πολύ αργά το βράδυ.
Το αυτοκίνητο ήταν παλιό και είχε πολλά ανοίγματα και έκανε πολύ κρύο, ανεβήκαμε από βουνά και περάσαμε από την Κατάρα, εκεί υπήρχε αρκετό χιόνι αλλά η κίνηση ήταν τόσο μεγάλη από παντός είδους αυτοκίνητα, οχήματα στρατιωτικά, υποζύγια, κάρα και πεζούς, που το χιόνι έλιωνε στο δρόμο από το πέρασμά τους. Οι δρόμοι ήταν γλιστεροί, ανώμαλοι, άστρωτοι και πολύ επικίνδυνοι. Όλα αυτά δυσκόλευαν την κυκλοφορία. Όταν ανεβήκαμε στην Κατάρα βρεθήκαμε πάνω από τα σύννεφα. Για πρώτη φορά στη ζωή μου νόμισα ότι βρίσκομαι σε ένα απέραντο κάμπο από λευκό βαμβάκι και με ουρανό καταγάλανο και ήλιο που μετρίαζε το πολύ κρύο.
Στο δρόμο προς τα Ιωάννινα συναντήσαμε πολλά τροχοφόρα παρατημένα στα πλάγια λόγω ζημιάς και ελλείψει ανταλλακτικών, ζώα ψόφια από ταλαιπωρίες και οικογένειες ολόκληρες να μετακινούνται ίσως από το φόβο του πολέμου.
Στα Γιάννενα φθάσαμε πολύ αργά, όπως ανέφερα παρά πάνω. Τα ξενοδοχεία ήταν γεμάτα από στρατιωτικούς κυρίως, δεν υπήρχαν ούτε κρεβάτια ούτε δωμάτια. Αναγκαστήκαμε να διανυκτερεύσουμε σε ένα διάδρομο του ξενοδοχείου με τη χλαίνη μας και μόνο γιατί δεν περίσσευαν κουβέρτες. Βάλαμε τις χλαίνες μας και καθίσαμε στο διάδρομο ακουμπώντας την πλάτη μας στον τοίχο μέχρι το πρωί. Φυσικά δεν υπήρχε ούτε θέρμανση και έτσι άρπαξα ένα κρύο άσκημο.
Την επομένη το πρωί παρουσιάστηκα στο φρουραρχείο και μου είπαν να πάω στην Αρτα και εκεί θα βρω τη μονάδα μου. Μπήκα σε ένα λεωφορείο για την Αρτα, ο καιρός ήταν καλύτερος από την προηγούμενη μέρα. Όταν φθάσαμε στην Αρτα παρουσιάστηκα στο εκεί φρουραρχείο και μου είπαν να βρω κάποιο ξενοδοχείο ή δωμάτιο να μείνω μέχρι να με τακτοποιήσουν. Σε λίγες μέρες (4-5) σχημάτισαν μια μικρή ομάδα από 6-7 αξιωματικούς υπό τον ταγματάρχη κ. Χρ. Κυριάκη και μας έδωσαν φύλλο πορείας για την Πρέβεζα. Εκεί μείναμε λίγες μέρες χωρίς απασχόληση και μετά μας διέταξαν να αναχωρήσομε για Σαγιάδα. Η Σαγιάδα ήταν ένα χωριό Ελληνικό στα σύνορα ακριβώς με την Αλβανία. Το χωριό ήταν πιο πάνω σε αρκετή απόσταση. Εμείς εγκατασταθήκαμε σε κάτι αποθήκες που βρισκόντουσαν στην παραλία και στις εκβολές του ποταμού Καλαμά. Εκεί ήταν τρομερή υγρασία, διότι σχηματιζόταν ένα έλος και το δάπεδο της αποθήκης ήταν λάσπη, ευτυχώς μείναμε λίγες μέρες εκεί. Την επομένη το πρωί βρήκαμε τους πρώτους νεκρούς του πολέμου. Ηταν Ελληνες στρατιώτες που είχαν κάνει μια απόβαση με καΐκια από την Κέρκυρα , αλλά η απόβαση έγινε πολύ πρόωρα και πριν οι Ιταλοί οπισθοχωρήσουν και όπως μάθαμε η απόβαση έγινε χωρίς καμία υποστήριξη από εσφαλμένες πληροφορίες και οι Ιταλοί τους αποδεκάτισαν. Τους μαζέψαμε όλους, πήρε ο διοικητής μας τις διευθύνσεις των , από σημειώματα που βρέθηκαν απάνω τους και τις έστειλε σε ανώτερη μονάδα όπως μας είπε. Τίποτα άλλο εκτός από τα σημειώματα ή γράμματα από δικούς τους δεν βρέθηκαν απάνω τους. Μερικοί ήσαν τελείως γυμνοί διότι σκοτώθηκαν φαίνεται στη θάλασσα ή τραυματίστηκαν στην ξηρά και τα κύματα τους παρέσυραν και τους γύμνωσαν.
Εκεί ανοίξαμε ένα λάκκο και τους θάψαμε όλους μαζί. Θυμάμαι ότι πολλοί κατάγονταν από τα νησιά του Ιονίου.
Σε λίγες μέρες ο στρατός μας κατέλαβε τους Αγ. Σαράντα και τότε διαταχτήκαμε να μεταβούμε εκεί. Μας έδωσαν την ονομασία Κέντρο Εφοδιασμού Αγ. Σαράντα. Οι Αγ. Σαράντα βρισκόντουσαν στους πρόποδες ενός βουνού που δεν είχε πεδινό μέρος αλλά καταλήγει κάπως απότομα και ανώμαλα στη θάλασσα. Το λιμάνι ήταν πολύ μικρό και κατάλληλο μόνο για πολύ μικρά καΐκια. Τα οικήματα ήταν στην πλαγιά του βουνού σε βαθμίδες, συνήθως διώροφα και καλοκτισμένα με πέτρα, αρκετά νέα και κάπως σύγχρονα. Εκεί βολευτήκαμε θαυμάσια από απόψεως κατοικίας, χωρικοί δεν υπήρχαν διότι τους είχαν διώξει οι Ιταλοί. Εκεί βρήκαμε κρεβάτια, σεντόνια, κουβέρτες και κάθε 1-2 αξιωματικοί εγκατασταθήκαμε σε σύγχρονα δωμάτια με κάθε άνεση.
Μου έδωσαν σαν αποθήκη μια μεγάλη αίθουσα διαστάσεων 15 Χ 8 με φαρδιές πόρτες, που μπορούσαν να στέκονται σε κάθε πόρτα δυο φορτηγά αυτοκίνητα να φορτώνουν ή να ξεφορτώνουν πάσης φύσεως εφόδια. Όπως έμαθα αργότερα από κάτι χωρικούς που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στα σπίτια τους , το κτίριο αυτό χρησιμοποιείτο σαν Εθνική Τράπεζα της Αλβανίας πριν έλθουν οι Ιταλοί.
Αμέσως μετά την εγκατάστασή μας στους Αγ. Σαράντα άρχισαν να καταφθάνουν τα πρώτα καΐκια και μικρά πλοία με διάφορα εφόδια. Εγώ είχα στην αποθήκη μου μόνο τρόφιμα και τσιγάρα. Εκτός από τη δική μου αποθήκη υπήρχαν ακόμα άλλη μια αποθήκη τροφίμων, μια άλλη ψωμιού και διπυρίτου (γαλέτας), μια άλλη αλεύρων και νομίζω και μια πυρομαχικών. Για την τελευταία δεν είμαι απολύτως βέβαιος. Όταν εφοδιαστήκαμε από όλα τα απαραίτητα είδη, άρχισαν να έρχονται αντιπροσωπείες από διάφορες τις μονάδες, κυρίως του παραλιακού τομέα να παραλαμβάνουν τα αναγκαία είδη.
Οι μεγάλες μονάδες, 2α Μεραρχία έστελναν 2 - 4 φορτηγά αυτοκίνητα , οι μικρότερες με 1-2 συνήθως φορτηγά και πιο μικρές με υποζύγια. Η παραλαβή άρχιζε πολύ αργά το απόγευμα.
Στην αρχή μου έδωσαν 8 - 10 στρατιώτες οι οποίοι χρησιμοποιούντο για την φόρτωση των αυτοκινήτων και των υποζυγίων των διαφόρων μονάδων, βοηθούμενοι και από τους συνοδούς των μονάδων. Μόλις βράδιαζε άρχιζαν να καταφθάνουν από την Κέρκυρα και από τους διάφορους όρμους που ήταν κρυμμένα, όλη την ημέρα, τα διάφορα πλεούμενα. Η παραλαβή γινόταν μέχρι τις πρωινές ώρες.
Εάν η παραλαβή δεν τελείωνε μέχρι το πρωί έφευγαν πριν ξημερώσει, για να κρυφτούν σε κάποιο όρμο και να γυρίσουν την επόμενη το βράδυ να συνεχίσουν την εκφόρτωση. Τούτο γινόταν για την αποφυγή του βομβαρδισμού των από τα Ιταλικά αεροπλάνα.
Βομβαρδισμούς είχαμε τακτικά, αλλά επειδή τα αεροπλάνα ερχόντουσαν από το βουνό έριχναν τις βόμβες μόλις έβγαιναν από το βουνό. Επειδή όμως μετά το βουνό δεν υπήρχε πεδινό μέρος, αλλά αμέσως ήταν η θάλασσα όλες σχεδόν οι βόμβες έπεφταν στη θάλασσα και σπανίως στην ξηρά και έτσι ποτέ δεν είχαμε ούτε ζημιές ούτε απώλειες προσωπικού.
Από τη θάλασσα δεν ερχόντουσαν ποτέ τα αεροπλάνα διότι έπρεπε να περάσουν από την Κέρκυρα και θα τα κτυπούσαν τα αντιαεροπορικά τόσο της Κέρκυρας όσο και τα δικά μας. Δηλαδή θα ήσαν ορατά σε μεγάλη απόσταση και θα εβάλοντο συνεχώς από τα αντιαεροπορικά.
Συνήθως αμέσως μετά τους βομβαρδισμούς οι Στρατιώτες βουτούσαν στη θάλασσα και μάζευαν αρκετά ψάρια τα οποία μαγειρεύαμε για συσσίτιο.
Οι στρατιώτες που είχα στην αποθήκη μου ήταν από τα Ιόνια νησιά και γνώριζαν από θάλασσα, έφερναν ωραία λαυράκια και άλλα ψάρια τα οποία μαγείρευαν στη σόμπα της αποθήκης κατά διάφορους τρόπους κυρίως βραστά και κακκαβιά.
Επειδή με την πάροδο του χρόνου αρχίσαμε να εφοδιάζομε από το κέντρο μας το πλείστον του μετώπου και οι στρατιώτες δεν ήταν ειδικευμένοι στις φορτοεκφορτώσεις μας έφεραν από τον Πειραιά κάπου 80 φορτοεκφορτωτές για επιτάχυνση των εργασιών.
Οι εργάτες εγκαταστάθηκαν σε διάφορα οικήματα και είχαν μια κοινή τραπεζαρία που έτρωγαν. Σε κάποιο βομβαρδισμό μια βόμβα έπεσε μέσα στην τραπεζαρία των εργατών την ώρα που έτρωγαν το μεσημέρι αλλά ευτυχώς δεν εξεράγη διότι διαφορετικά θα είχαμε πάρα πολλά θύματα. Μια άλλη φορά μια βόμβα έπεσε σε ένα οίκημα που έμεναν , για ύπνο , πάλι εργάτες αλλά και αυτή δεν εξεράγη.
Η αποθήκη μου ήταν πολύ ευρύχωρη και βολική. Είχα την ευχέρεια να τοποθετώ, κατά κατηγορίες και κατά βάρος, όλα τα τρόφιμα που παραλάμβανα. Σε κάθε κατηγορία τροφίμων έβαζα ταμπέλα που ανέγραφα το καθαρό βάρος κάθε σάκου ή δέματος όπως το παραλάμβανα. Με αυτό τον τρόπο ήταν πολύ εύκολη η παράδοση στις μονάδες. Οι μονάδες πριν έρθουν στην αποθήκη, περνούσαν από το Διοικητή του Κέντρου, του έδιναν την κατάσταση των τροφίμων που επιθυμούσαν να πάρουν, την υπέγραφε και τους έστελνε στην ανάλογη αποθήκη.
Μόλις έπαιρνα τη θεωρημένη κατάσταση, πλεύριζαν δυο αυτοκίνητα στην πόρτα και η φόρτωση γινόταν αμέσως σε ελάχιστο χρονικό διάστημα και χωρίς να ζυγίζω τα παραδιδόμενα είδη. Επί παραδείγματι ήξερα ότι το καθαρό βάρος των μακαρονιών ήταν 50 οκάδες (μεικτό 52) του ρυζιού και των οσπρίων 78 οκάδες (μεικτό 79) του βακαλάου το κάθε δέμα καθαρό βάρος α οκάδες κ.λ.π.
Ελεγα λοιπόν στους στρατιώτες και αργότερα στους εργάτες : φορτώσετε π.χ. 20 σακιά μακαρόνια (1000 οκάδες) ή 40 σακιά ρύζι ή όσπρια και αν τα προς παράδοση είδη ήταν λιγότερα ή περισσότερα από το ακέραιο του σάκου ή του δέματος, αφαιρούσα ή πρόσθετα στον τελευταίο σάκο ή δέμα, τη διαφορά και η φόρτωση έτσι γινόταν ταχύτατα.
Ποτέ δεν έγινε το ελάχιστο παράπονο, από καμιά μονάδα ότι τους παρέδωσα ελειποβαρή τρόφιμα. Αντίθετα τα παράπονα ήταν καθημερινά για την άλλη αποθήκη τροφίμων στην οποία ήταν ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός (θεολόγος) διαχειριστής. Και όπως έμαθα αργότερα αυτός παρέδιδε με το ζύγι τα τρόφιμα αλλά υπολόγιζε το μικτό βάρος σαν καθαρό και κατά τη διανομή των τροφίμων από τις μεγάλες μονάδες στις μικρές παρουσιαζόταν ελλείμματα. Ένα βράδυ έρχεται ο Διοικητής μου στην αποθήκη μου, κάτι σπάνιο και μόλις μπήκε μέσα μου λέγει "βρε Μαυρογένη έχεις μέλι εδώ;" Εγώ ξαφνιάστηκα και του λέγω όχι μέλι δεν έχω, έχω όμως ζάχαρη, "βρε κάτι άλλο θέλω να πω, γιατί όλες οι μονάδες θέλουν να έρχονται να παραλαμβάνουν τρόφιμα από την αποθήκη του Μαυρογένη; θέλω να δω πως εργάζεσαι". Του είπα ότι έχω κατά κατηγορίες τα τρόφιμα και ταμπέλες με το καθαρό βάρος, όπως τα παραλαμβάνω και η φόρτωση γίνεται αμέσως και χωρίς φασαρίες. Κάθισε στη σόμπα κοντά έγινε η φόρτωση μερικών μονάδων και όταν αντελήφθη το σύστημά μου με συνεχάρη δια χειραψίας και έφυγε.
Κάποτε ήρθε ένας μόνιμος ανθυπολοχαγός εφοδιασμού της 2ης Μεραρχίας να παραλάβει αρκετά τρόφιμα για την μεραρχία του , λεγόταν Θάνος. Μου έδωσε τη θεωρημένη κατάσταση από το Διοικητή μου και του ζήτησα να πλευρίσουν δυο αυτοκίνητα στην πόρτα. Τότε αφού παρατήρησα την κατάσταση του, λέγω στους εργάτες : φορτώσετε 20 σακιά μακαρόνια (1000 οκάδες) αυτός μου λέγει "μα για στάσου θέλω να τα ζυγίζεις γιατί ο άλλος διαχειριστής που έπαιρνα μέχρι σήμερα μου τα έδινε ελλειποβαρή και έχω πολλά ελλείμματα, μάλιστα του έχω κάνει αναφορά και θα περάσει από στρατοδικείο". Εγώ του είπα ότι το κάθε σακί π.χ. τα μακαρόνια ζυγίζουν μικτό βάρος 52 οκάδες διότι έχουν μέσα 10 δέματα σε χαρτί, μακαρόνια από 5 οκάδες καθαρό βάρος, συνεπώς είναι καθαρά 50 οκάδες και τόσο τα παρέλαβα και τόσο σου τα παραδίδω, έδωσα και εντολή στους εργάτες να ζυγίσουν δυο σακιά και όταν είδε το βάρος τους ότι ήταν όσο του έλεγα δέχτηκε τη φόρτωση και των υπολοίπων ειδών αφού δοκίμασε μερικά με τη ζυγαριά. Εάν η φόρτωση γινόταν με ζύγισμα όλων των ειδών και καθυστέρηση θα είχαμε και κούραση του εργατικού προσωπικού.
Εκτοτε γίναμε φίλοι και μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, διότι όπως μου είπε δεν είχε πλέον ελλείμματα.
Ο Ανθυπολοχαγός της άλλης αποθήκης ήταν επτανήσιος και γνωστός των πληρωμάτων των καϊκιών που έφερναν τρόφιμα , διότι όλοι ήσαν Επτανήσιοι και τους έδιδε τρόφιμα για τα νησιά τους και τους γνωστούς των, όπως έμαθα, δημιουργούσε περισσεύματα δίνοντας ελλειποβαρή εφόδια στις μονάδες. Αυτά τα έμαθα αργότερα , θα παραπεμπόταν μάλιστα στο στρατοδικείο αλλά φαίνεται τον έσωσε η υποχώρηση και η κατάρρευση του μετώπου.
Κάποτε ήρθε ένας λοχαγός, στην αποθήκη μου για να παραλάβει τρόφιμα και μόλις μπήκε μέσα μου λέγει: "ποιος είναι ο Μαυρογένης εδώ;" εγώ φορούσα στρατιωτικά αμεταποίητα, όπως μου τα έδωσαν όταν στρατεύθηκα και είχα από ένα αστέρι απλό στους ώμους και φαινόμουν σαν στρατιώτης, του λέγω εγώ κ. λοχαγέ τι συμβαίνει; Μου λέγει "μέχρι τώρα νόμιζα πως αν έβαζα υποψηφιότητα βουλευτή στο μέτωπο θα έβγαινα πρώτος τώρα όμως μου πήρες τα πρωτεία" και στη συνέχεια με συνεχάρη για τη στάση μου.
Στην αποθήκη μου εκτός από τρόφιμα είχα και τσιγάρα, ενώ κανείς άλλος από τους διαχειριστές δεν είχε, ούτε μπορούσες να βρει κανείς πουθενά, διότι όπως έχω αναφέρει προηγουμένως πολίτες δεν υπήρχαν, εκτός δυο ολιγομελείς οικογένειες. Κατ ανάγκη λοιπόν οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες της μονάδος μας έπαιρναν την δικαιούμενη μερίδα σιγαρέτων από εμένα. Σε πολλούς όμως δεν έφθαναν και κάθε τόσο μου ζητούσαν. Επίσης στρατιώτες ερχόντουσαν από το μέτωπο, από προκεχωρημένες μονάδες, πεινασμένοι ρακένδυτοι και με κατεστραμμένα άρβυλα και η πρώτη τους ομιλία, όταν τους ρωτούσα τι θέλουν, ήταν " κύριε ανθυπολοχαγέ τσιγάρα και ψωμί" . Ψωμί δεν είχα αλλά τσιγάρα δεν μου επέτρεπε η συνείδησή μου να μην του δώσω έστω και αν παρανομούσα, εν γνώσει μου. Ευτυχώς εγώ δεν κάπνιζα και πολλές φορές λόγω των συνεχών βροχών στην περιφέρεια αυτή και γενικά σε όλη τη δυτική Ελλάδα, βρεχόντουσαν τα τσιγάρα, ιδίως όταν ήταν πρόχειρα συσκευασμένα, κατά την μεταφορά τους από τα πλοία εις την αποθήκη και υπήρχε επιτροπή καταστροφών, η οποία παρουσίαζε πάντοτε μεγαλύτερη ποσότητα στα πρακτικά καταστροφής, με την υπόδειξη και του διοικητή, για να καλύπτονται τα παρουσιαζόμενα ελλείμματα σιγαρέτων.
Όταν πήγαμε στους Αγ, Σαράντα βρήκαμε αρκετή ποσότητα τυριού (μανούρι) σε δυο αποθήκες. Το τυρί αυτό μεταφέρθηκε στην αποθήκη μου και καταγράφηκε στο βιβλίο του λογιστηρίου της μονάδας μου, πλην μικρής ποσότητας που χρησιμοποιούσα για την ανακούφιση των πεινασμένων στρατιωτών που ερχόντουσαν στην αποθήκη μου για να παραλάβουν τρόφιμα για τις μονάδες των.
Σε λίγο άρχισαν να καταφθάνουν και οι πρώτοι αιχμάλωτοι Ιταλοί, τους οποίους προωθούσαμε προς τα μετόπισθεν.
Με τις συνεχείς νίκες του στρατού μας, η ζωή στους Αγ. Σαράντα κυλούσε με ενθουσιασμό. Είχε δημιουργηθεί ένα κέντρο εφοδιασμού με πολύ μεγάλη κίνηση και με ποικίλα και υλικά και τρόφιμα. Όταν όμως μάθαμε την επίθεση των γερμανών στη Μακεδονία, αντιληφθήκαμε ότι όλα τέλειωσαν. Μετά από λίγο χρόνο διατάχθηκε η μονάδα μας να παραλάβει όσα εφόδια μπορούσε και να υποχωρήσει στην Ηγουμενίτσα, τα λοιπά εφόδια να καταστραφούν. Η αποθήκη μου ήταν δίπλα στη θάλασσα και είχε μια μεγάλη αυλή. Στην αυλή αυτή είχαμε τοποθετήσει όλα τα βαρέλια με λάδι και πετρέλαιο. Επίσης στην αποθήκη μου είχα πολλά μικρά βαρέλια των 20 - 30 οκάδων κονιάκ. Οσα τρόφιμα έμειναν πετρελαιώθηκαν , τα βαρέλια από λάδι, πετρέλαιο, κονιάκ καταστράφηκαν και το περιεχόμενό τους έτρεξε στη θάλασσα.




Η Υ Π Ο Χ Ω Ρ Η Σ Η



Οταν βράδιασε μπήκαμε στα υπάρχοντα πλεούμενα και τραβήξαμε για Ηγουμενίτσα. Εκεί μείναμε κάπου δέκα μέρες. Η κατάσταση άρχισε να χειροτερεύει. Όταν μάθαμε ότι οι γερμανοί έφθασαν στα Ιωάννινα, η κατάρρευση ήταν πια γενική. Τότε ο Διοικητής μας, κάλεσε όλους τους αξιωματικούς και μας είπε ότι όλα τέλειωσαν και καθένας πρέπει να διαλέξει, ή την παράδοση στους γερμανούς, τους οποίους περιμέναμε ίσως και το ίδιο βράδυ ή την οπισθοχώρηση με ότι πλεούμενο υπήρχε.
Το απόγευμα της 22 Απριλίου συγκεντρώσαμε όλα τα υπάρχοντα πλεούμενα μπήκαμε μέσα οι περισσότεροι αξιωματικοί και στρατιώτες και τραβήξαμε για τη Λευκάδα. Την επομένη πολύ πρωί φθάσαμε στο Νιδρί Λευκάδας με το μικρό ατμόπλοιό μας φορτωμένο με τρόφιμα και στρατό, σταματήσαμε σε ένα όρμο χωρίς κατοίκους. Επειδή με πείραζε τρομερά η Θάλασσα και είχα γίνει χάλια από τον εμετό παρακάλεσα το Διοικητή μου να βγω με την πρώτη βάρκα, που μας πλεύρισε, στην ξηρά. Ο Διοικητής μου, είδε την κατάστασή μου και μου επέτρεψε να βγω.
Το έδαφος στη ξηρά ήταν αναβαθμίδες προς το βουνό. Μόλις φθάσαμε στις πρώτες αναβαθμίδες παρουσιάστηκαν πέντε Ιταλικά αεροπλάνα, εγώ με κάτι άλλους στρατιώτες και πολίτες (διότι στο πλοίο μπήκαν και πολίτες από την Ηγουμενίτσα), στριμωχτήκαμε στο αντέρεισμα μιας αναβαθμίδας, όπως έκαναν και όλοι οι άλλοι που είχαν αποβιβασθεί από άλλα πλεούμενα πριν από εμάς. Μια βόμβα έπεσε στην αμέσως από κάτω από εμάς αναβαθμίδα και σκότωσε μια γυναίκα και τραυμάτισε και ένα στρατιώτη, άλλη απώλεια δεν είχαμε. Τα αεροπλάνα έκαμαν μερικούς γύρους, πάνω μας και άρχισαν να πολυβολούν προς κάθε κατεύθυνση αλλά χωρίς καμιά απώλεια. Όταν έφυγαν, βγήκαν όλοι γρήγορα από το πλοίο και τρέξαμε όλοι μαζί προς την βραχώδη περιοχή του βουνού για να προφυλαχτούμε. Τα αεροπλάνα επανήλθαν έριξαν τις βόμβες τους στα καΐκια και το πλοίο μας.. Εκεί έγιναν μερικές ζημιές, συνέχεια πολυβόλησαν την πλαγιά του βουνού. Αυτά επαναλήφθηκαν μέχρι αργά το απόγευμα. Εμείς κρυβόμαστε όλη την ημέρα στους βράχους και τα κλαριά χωρίς τροφή και νερό.
Μόλις βράδιασε και δεν υπήρχε φόβος επανόδου των αεροπλάνων κατεβήκαμε στη θάλασσα, μπήκαμε σε τρία καΐκια και τραβήξαμε προς Κεφαλληνία. Στην Κεφαλληνία φθάσαμε νύχτα μείναμε εκεί την επομένη μέχρι που βράδιασε προς αποφυγή των αεροπλάνων. Το βράδυ μπήκαμε στα καΐκια και τραβήξαμε προς Κυλλήνη Πελοποννήσου, όπου παραμείναμε μια μέρα. Από την Κυλλήνη έφυγαν αρκετοί Αξιωματικοί και στρατιώτες που η καταγωγή τους ήταν από την Πελοπόννησο ή την στερεά Ελλάδα.
Το βράδυ μπήκαμε, όσοι απομείναμε, σε δυο καΐκια και τραβήξαμε προς Κατάκωλο όπου παραμείναμε την επομένη. Το βράδυ μπήκαμε στο ένα καίκι από το Κατάκωλο και τραβήξαμε σε μια νησίδα τη Σχίζα ή Σαπιέντζα. Εκεί περάσαμε όλη την ημέρα και κατά διαστήματα παρουσιαζόντουσαν γερμανικά αεροπλάνα τα οποία πολυβολούσαν το καΐκι και τα πλάγια της νησίδας, χωρίς να μας προκαλέσουν καμιά απώλεια ή ζημιά, διότι κρυβόμαστε στους βράχους και τους θάμνους. Μερικοί είχαν μείνει στο εσωτερικό του καϊκιού . Από το νησί αυτό φύγαμε το βράδυ προς τον Γερολιμένα του Ταινάρου. Το πρωί βγήκαμε από το καΐκι και μπήκαμε σε μια μεγάλη σπηλιά που βρισκόταν στην παραλία. Σε λίγο ήρθαν τα αεροπλάνα και πολυβόλισαν χωρίς να μας φοβίσουν γιατί είμαστε σε ασφαλές μέρος.
Μόλις έφυγαν τα αεροπλάνα πήγαμε μερικοί αξιωματικοί και στρατιώτες σε ένα κοντινό χωριό, που δεν θυμάμαι το όνομά του, που οι χωρικοί μας φιλοξένησαν με σύγλινα και ψωμί και έτσι κατά κάποιο τρόπο κορέσαμε την πείνα μας, διότι είχαμε να φαμε τρεις μέρες περίπου. Ζητήσαμε να πληρώσομε αλλά με κανένα τρόπο δεν δέχτηκαν οι κάτοικοι του χωριού. Συνέχεια γυρίσαμε στο καίκι και το βράδυ τραβήξαμε για Κύθηρα. Όταν πλησιάζαμε στα Κύθηρα μας έφθασαν Αγγλικά πολεμικά που επέστρεφαν προς Κρήτη από διάφορα παράλια της ηπειρωτικής Ελλάδας από όπου συνέλεγαν καθυστερημένους Στρατιώτες και Αξιωματικούς που επιθυμούσαν να φύγουν από την αιχμαλωσία στους γερμανούς.
Στα πλοία αυτά φάγαμε και κοιμηθήκαμε και το πρωί βρεθήκαμε στη Σούδα Χανίων. Μόλις βγήκαμε στην ξηρά άρχισε ένας σφοδρότατος βομβαρδισμός του λιμανιού, στο οποίο βρισκόντουσαν πολλά πολεμικά πλοία, από πολλά γερμανικά αεροπλάνα καθέτου εφορμήσεως (στούκας). Από τις βόμβες των αεροπλάνων και τις βολές των αντιαεροπορικών των πλοίων και της ξηράς δημιουργήθηκε μια κόλαση, κάτι το τρομερό. Εκεί βλέπαμε αεροπλάνα να πέφτουν καιγόμενα και πλοία να καταστρέφονται. Η κατάσταση αυτή κράτησε αρκετά λεπτά.
Μόλις τελείωσε η επιδρομή βρήκα ένα αραμπά (τετράτροχο μακρύ κάρο συρόμενο από ένα άλογο), και τράβηξα για τα Χανιά.
Από τα Χανιά πήγα στο χωριό όπου βρισκόντουσαν οι δικοί μου και την επομένη επέστρεψα στα Χανιά και παρουσιάστηκα στη Διεύθυνση Εφοδιασμού όπου και ανήκα υπηρεσιακώς.
Μου παραχώρησαν μια αποθήκη όπου άρχισα να παραλαμβάνω διάφορα είδη ιματισμού στρατιωτών. Εν τω μεταξύ νοίκιασα ένα δωμάτιο, σε κάποια συγγενή μου στη συνοικία Νέας Χώρας, όπου και έμενα, μέχρι την ημέρα της πτώσεως των Αλεξιπτωτιστών.




Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ


Το πρωί της 20 Μαίου 1941, άρχισε ο τρομερότερος βομβαρδισμός της Κρήτης από εκατοντάδες αεροπλάνα καθέτου εφορμήσεως, μετά από λίγο άρχισε η πτώση των αλεξιπτωτιστών και η προσγείωση ανεμοπτέρων με στρατιώτες και υλικό. Η πτώση των αλεξιπτωτιστών ήταν πολύ θεαματική, αλλά και τρομακτική γιατί προμήνυε την καταστροφή. Τρέξαμε στις μονάδες μας αλλά ο βομβαρδισμός της πόλης των Χανίων ήταν τρομακτικός.
Το μεγάλο ευτύχημα ήταν ότι είχαν κατασκευαστεί πολύ μεγάλα καταφύγια στα Ενετικά τείχη των Χανίων, στα οποία κατέφυγαν οι πάντες. Ο βομβαρδισμός συνεχίστηκε όλη την ημέρα και μόνο αργά τη νύκτα σταματούσε, αυτό συνεχίστηκε μέχρι της ολοκληρωτικής καταλήψεως της Κρήτης. Όταν επεκράτησαν οι γερμανοί παρά τις τεράστιες απώλειες των, διαταχτήκαμε να εγκαταλείψομε την πόλη, Φύγαμε προς τα Νεροκούρου και Μουριές το βράδυ και την επομένη το πρωί μας δόθηκε εντολή να φύγει ο καθένας προς το χωριό τους οι εντόπιοι και οι μη Κρητικοί όπου νόμιζαν καλύτερα για να αποφύγουν την αιχμαλωσία. Πολλοί από αυτούς τράβηξαν προς διάφορα χωριά ή και προς τα βουνά προσπαθώντας να φθάσουν στα νότια παράλια της Κρήτης από όπου θα τους παραλάμβαναν τα πολεμικά πλοία για να τους μεταφέρουν στην Αφρική.
Εγώ πήγα στο χωριό μου κοντά στην οικογένειά μου και εκεί περιμέναμε την εξέλιξη της κατάστασης.
Επειδή ο άμαχος πληθυσμός είχε λάβει ενεργό μέρος στη μάχη της Κρήτης, έστω και με δίκανα ή και με τουφέκια που έπαιρναν από τους σκοτωμένους γερμανούς στρατιώτες ή τους αιχμαλωτιζόμενους, υπήρχε ο φόβος της εκδικήσεως και κάθε μέρα διαδίδονταν ότι έρχονται οι γερμανοί. Στα χωριά έφευγαν όλοι άνδρες και γυναίκες ηλικίας από 15 - 50 χρόνων για να μη βρεθούν μπροστά τους.
Σιγά σιγά φαινόταν ότι ηρεμούσαν τα πράγματα και οι γερμανοί άρχισαν να μαζεύουν και να ενταφιάζουν τους νεκρούς των, βοηθούμενοι με αγγαρείες από αιχμαλώτους και εντοπίους.
Κατά τις 20 Ιουνίου εδόθη εντολή από το ραδιόφωνο να παρουσιαστούν όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι στις υπηρεσίες των.
Την επομένη το πρωί μαζευτήκαμε κάπου 8 - 10 από το χωριό μου και πήγαμε πεζή στα Χανιά (24 χιλιόμετρα) παρουσιαστήκαμε στις υπηρεσίες μας και μας δόθηκε διαταγή να επιστρέψομε στο χωριό μας και να περιμένομε νέα ειδοποίηση.
Εγώ είχα μαζί μου μια πετσέτα λευκή υφαντή και αγόρασα από ένα παντοπωλείο λίγο ρύζι και από κάπου λίγα βερίκοκα, βρεθήκαμε πάλι οι πρωινοί και τραβήξαμε για την επιστροφή στο χωριό. Στο δρόμο προς την επιστροφή μεγάλωνε η συντροφιά μας από μεμονωμένα άτομα που συνεχώς τραβούσαν προς τα χωριά, διότι άρχιζε η έλλειψη τροφίμων στην πόλη. Όταν πλησιάζαμε στη γέφυρα του Αλικιανού και πριν 200 περίπου μέτρα, κατασκεύαζαν ένα νεκροταφείο οι γερμανοί και έθαβαν τους νεκρούς των.
Μέσα στο δρόμο και γύρω στα χωράφια είχαν τοποθετήσει μεγάλα πολυβόλα και επί πλέον υπήρχαν και σκοποί με αυτόματα και περίστροφα. Μόλις φθάσαμε στο ύψος του νεκροταφείου μας διάταξε ένας γερμανός να σταματήσομε στην άκρη του δρόμου στη γραμμή και να βάλομε κάτω ότι φέραμε μαζί μας. Αμέσως άρχισε να ερευνά ότι είχε ο καθένας. Εγώ ήμουν πρώτος του έδειξα ένα σημείωμα που κρατούσα στη γερμανική που έγραφε ότι ήμουν δημόσιος υπάλληλος (μας είχαν σχετικά εφοδιάσει από τις υπηρεσίες μας).
Μόλις το διάβασε έριξε μια ματιά στην πετσέτα και μου έκανε νόημα να φύγω. Ημουν ο νεότερος άνδρας στη συντροφιά, έδεσα την πετσέτα και άρχισα να απομακρύνομαι, οι γυναίκες άρχισαν να κλαινε και να μου φωνάζουν μη φύγεις, περίμενέ μας, εγώ θεώρησα καλό να γυρίσω πίσω και να περιμένω. Μαζί μας είχε προσκολληθεί μια γυναίκα από ένα χωριό Ρθούνι, που βρίσκεται αρκετά μακριά από το χωριό μας. Αυτή βαστούσε ένα σακούλι γεμάτο στην πλάτη της και ένα σακί με ρούχα στον ώμο της. Όταν ξεκινήσαμε να φύγομε ακούσαμε φωνές από το γερμανό, εγώ είχα μείνει τελευταίος, γυρίζομε και κοιτάμε και έκανε χειρονομίες εναντίον μου προτείνοντάς μου και το περίστροφό του έτοιμος να με πυροβολήσει, οι γυναίκες σκέπασαν το πρόσωπό τους με τα χέρια τους και άρχιζαν να φωνάζουν, εγώ αντιλήφθηκα την αίτία και άρπαξα από την άγνωστη γυναίκα το σάκο από τον ώμο της, τον έβαλα στο δικό μου και με σπουδή τράβηξα το δρόμο. Ο τρόμος όλων μας ήταν πολύ μεγάλος μέχρι που απομακρυνθήκαμε και δε μας έβλεπε ο γερμανός. Εν τω μεταξύ φθάσαμε στη γέφυρα του Αλικιανού, από όπου η ξένη γυναίκα πήρε το σάκο από εμένα και τράβηξε δεξιά προς τη γέφυρα για να πάει προς το χωριό της, ενώ εμείς πήραμε αριστερά το δρόμο προς το Φουρνέ και συνέχεια στο χωριό μας. Τη σκηνή αυτή και τον τρόμο που πήραμε, όλοι μας, δεν θα τον ξεχάσω ποτέ.


1942 ΗΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ, Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΙ Η
ΖΩΖΩ ΠΑΠΑΓΡΗΓΟΡΑΚΗ - ΚΟΣΠΕΝΤΑΡΗ
ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΚΗΠΟ ΡΕΘΥΜΝΟΥ


Κατά τα μέσα Ιουλίου 1941 ανακοινώθηκε από το ραδιόφωνο ότι όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να παρουσιαστούνε στις υπηρεσίες τους. Κατεβήκαμε ξανά στα Χανιά, παρουσιαστήκαμε στη Διεύθυνση Γεωργίας Κρήτης και μας είπαν να πάει ο καθένας στην υπηρεσία που υπηρετούσε πριν από τον πόλεμο. Εγώ δηλαδή έπρεπε να πάω στο Ρέθυμνο. Κανονικά έπρεπε να πάω στη Σύρο αλλά ο Διευθυντής Γεωργίας Κρήτης γνώριζε την παράνομη μετάθεσή μου στη Σύρο και λόγω και της καταστάσεως διέταξε την μετάβασή μου στο Ρέθυμνο. Ευτυχώς ήταν και άλλος ένας συνάδελφος ο Νικ. Μιχελιουδάκης, που έπρεπε να πάει στο Ηράκλειο. Ειδοποίησα το σπίτι μου σχετικά και το απόγευμα αναχώρησα μαζί με τον Μιχελιουδάκη για το χωριό του που βρίσκεται στον Αποκόρωνα και στο δρόμο κοντά που οδηγεί προς το Ρέθυμνο. Στο χωριό του πήγαμε με ένα δίτροχο κάρο συρόμενο από ένα ζώο. Το βράδυ μείναμε σπίτι του και το πρωί τραβήξαμε πεζή προς Ρέθυμνο. Μετά τις Βρύσες Αποκορώνου περνούσε ένα φορτηγό αυτοκίνητο για Ρέθυμνο και παρακαλέσαμε τον οδηγό και μας πήρε μαζί του. Εις το Ρέθυμνο έμεινα εγώ και παρουσιάστηκα στην υπηρεσία μου ενώ ο Μιχελιουδάκης τράβηξε προς το Ηράκλειο.
Μετά από αρκετές μέρες βρήκα ένα σπίτι και το νοίκιασα και κατόπιν πήγα στα Χανιά και εκεί ήρθε η Στέλλα με τα δυο παιδιά, όπως της είχα γράψει προηγουμένως και συναντηθήκαμε, πήραμε και την οικοσκευή μας με ένα φορτηγό αυτοκίνητο και τραβήξαμε για το Ρέθυμνο όπου σιγά σιγά η ζωή άρχισε να ξαναγίνεται κάπως κανονική αλλά πάντα με τον τρόμο των γερμανών.
Παρέλειψα να γράψω ότι οι γερμανοί, άρχισαν από τις πρώτες μέρες να μαζεύουν πολίτες, που είχαν πληροφορίες ότι είχαν λάβει μέρος στη μάχη της Κρήτης, και να τους εκτελούν και να τους θάβουν ομαδικά. Μόλις τους συνελάμβαναν τους έβαζαν να ανοίξουν ένα μεγάλο λάκκο και κατόπιν τους εκτελούσαν και τους σκέπαζαν στο λάκκο όλους μαζί, χωρίς καμιά εξαίρεση ηλικίας ή φύλλου.
Τα τρόφιμα και ιδίως το ψωμί άρχιζαν να σπανίζουν. Το ευτύχημα για την Κρήτη ήταν ότι υπήρχε λάδι, λαχανικά και άγρια χόρτα ως και αρκετά όσπρια και οι άνθρωποι δεν υπέφεραν τόσο πολύ όσο στην ηπειρωτική Ελλάδα που όπως μαθαίναμε πέθαιναν στους δρόμους από την πείνα και τους μάζευαν με τα κάρα. Επίσης όπως μαθαίναμε οι σκουπιδότοποι των Αθηνών γέμιζαν από ανθρώπους κάθε ηλικίας ιδίως μικρά παιδιά και μάζευαν φλούδες από πορτοκάλια και ότι άλλο φανταστεί κανείς και τα έτρωγαν
Εγώ και ο Δ/ντής της υπηρεσίας μου σαν ξένοι που είμαστε είχαμε την πρόνοια να νοικιάσομε ένα υπηρεσιακό κτήμα 6 περίπου στρεμμάτων, στο χωριό Πλατανιάς Ρεθύμνης και να σπείρουμε τα 4 στρέμματα με σιτάρι και τα 2 χρησιμοποιήσαμε για την καλλιέργεια διαφόρων λαχανικών. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλισα τη διατροφή της οικογένειάς μου και βοήθησα και άλλες οικογένειες. Οσο προχωρούσε ο καιρός αρχίσαμε να ανακατευόμαστε όλοι σχεδόν, με τις παράνομες οργανώσεις, ΕΑΜ και ΕΟΡ . Η πρώτη (το ΕΑΜ) ήταν οργάνωση της αριστεράς παράταξης και η ΕΟΡ , η οποία άργησε πολύ να παρουσιαστεί, της δεξιάς. Εγώ και όλοι οι γεωπόνοι ανήκαμε στο ΕΑΜ. Οι γερμανοί είχαν τους πληροφοριοδότες τους και άρχισαν να συλλαμβάνουν πολλούς και να τους στέλνουν στην αρχή στα επί τόπου στρατόπεδα, αργότερα δε στη Γερμανία για να τους χρησιμοποιήσουν για διάφορα καταναγκαστικά έργα. Φυσικά πάρα πολλοί πέθαναν από την πείνα το κρύο και τις στερήσεις, ελάχιστοι από αυτούς επέστρεψαν.
Κατά τις αρχές Δεκεμβρίου του 1943 και κατά τις 11 - 12 μ.μ κτύπησαν την πόρτα μας φωνάζοντας "άνοιξε πόρτα σπάσω πόρτα" εγώ κατάλαβα αμέσως και βγήκα στην ταράτσα, από μια εσωτερική σκάλα, έτρεξα σε άλλες στέγες , σε μια άλλη μικρή και χαμηλή ταράτσα 20 μέτρα περίπου από τη δική μας και εκεί κρύφτηκα. Η Στέλλα κατέβηκε και άνοιξε, ήταν έγκυος στην Ισαβέλλα στον ένατο μήνα. Όταν άνοιξε την πόρτα μπήκε μέσα ένας γερμανός αξιωματικός με στρατιώτες, ανέβηκαν επάνω έκαμαν έρευνα δεν με βρήκαν, ανέβηκαν στην ταράτσα από την εσωτερική σκάλα, έψαξαν πρόχειρα με ένα φακό και γύρισαν στο σπίτι, ρώτησαν τη Στέλλα πού είμαι, τους είπε στα Χανιά και έφυγαν. Μετά από λίγο και αφού άκουσα την πόρτα και έκλεισε, γύρισα πίσω. Μέσα στο σπίτι έμεινα μέχρι την άνοιξη (του 1944), που έδωσαν αμνηστία, παρουσιάστηκα και έμεινα ελεύθερος. Κατά την διάρκεια παραμονής μου μέσα στο σπίτι και στις 12 Ιανουαρίου 1944 γεννήθηκε η Ισαβέλλα μέσα στο σπίτι παρουσία του γυναικολόγου κ. Λυράκη. Εκτοτε έπαυσα να ανακατεύομαι σε πολιτικές οργανώσεις.


Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ - Ο ΕΜΦΥΛΙΟΣ


ΑΡΚΑΔΙΟΥ 227 ΡΕΘΥΜΝΟ
ΕΔΩ ΕΓΙΝΕ Η ΠΡΩΤΗ ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΗ ΑΠΟΠΕΙΡΑ



Μετά την αναχώρηση των γερμανών από το Ρέθυμνο ήρθε στο σπίτι μας η θεία Μαρίκα Μάντακα, η σύζυγος του στρατηγού Μάντακα μαζί με τα δυο παιδιά της. Ο Μάντακας είχε φύγει διαρκούσης της κατοχής στη Στερεά Ελλάδα. Ο ερχομός τους στο σπίτι μας, μας χρωμάτισε περισσότερο και μετά τα Δεκεμβριανά του 1944 επεκράτησε αναρχία στην πόλη της Ρεθύμνης και οι άνθρωποι της δεξιάς (οι τραμπούκοι) άρχισαν να συλλαμβάνουν όποιο ήθελαν και να τον κλείνουν στη φυλακή.
Ένα βράδυ κτύπησαν την πόρτα οι τραμπούκοι κατά τις 11-12, δεν τους ανοίξαμε βγήκαμε με τη Στέλλα στο μπαλκόνι να δούμε ποιος είναι και τι θέλουν. Οι τραμπούκοι αντί απαντήσεως μας έβαλαν με το πολυβόλο και μια χειροβομβίδα. Ευτυχώς τη γλιτώσαμε διότι πυροβόλησαν από κάτω προς τα απάνω ενώ αν κτυπούσαν αλλιώς θα μας σκότωναν και τους δυο. Ένα μικρό βλήμα με βρήκε στη μέση πολύ ελαφρά. Μετά μερικές μέρες, με ζήτησαν αλλά εγώ κρύφτηκα σε ένα κρυψώνα που υπήρχε κάτω από μια μικρή σκάλα μέσα στο σπίτι και δεν με βρήκαν.


ΠΑΥΛΟΣ ΓΥΠΑΡΗΣ


Αντί εμένα πήραν τη Στέλλα την οποίαν κράτησαν μερικές μέρες στη φυλακή και μετά την άφησαν. Κατά την εποχή εκείνη είχαμε μια υπηρέτρια Μαρία Χαλκιαδάκη από ένα χωριό της επαρχίας Αμαρίου, νομίζω από το Ανω Μέρος, ήταν αρκετά μεγάλη, 25 περίπου ετών και πολύ καλή και πιστή. Οι αντάρτες της δεξιάς ερχόντουσαν 2-3 φορές την ημέρα και έκαναν έρευνα να με βρουν και τη ρωτούσαν "που κρύβομαι και αν με μαρτυρήσει θα κάνει μεγάλο καλό στην Ελλάδα" αυτή τους έλεγε ότι δεν ξέρω και έτσι τη γλίτωσα, ίσως και από το θάνατο. Μετά από 15 μέρες ειδοποίησα ένα γνωστό μου της δεξιάς (ΕΟΡ) τον κ. Ρόμπολα, ότι είμαι πρόθυμος να παρουσιαστώ και να έρθει να με παραλάβει και να με συνοδεύσει μέχρι τις φυλακές. Αυτός ήταν το δεξί χέρι του αρχηγού της ΕΟΡ Χρ. Τζιφάκη. Πράγματι ήρθε ο κ. Ρόμπολας με συνόδευσε μέχρι τις φυλακές όπου παρέμεινα περί τις 25 - 30 ημέρες και τότε με άφησαν ελεύθερο με την επέμβαση του Στρατιωτικού επιτρόπου και δικηγόρου κ. Μιχ. Παπαδάκη φίλου μου και λογικού ανθρώπου.

Εν τω μεταξύ κατόρθωσα και έβγαλα μετάθεση για τα Χανιά όπου έφυγα την άνοιξη του 1945.
Μετά από λίγη υπηρεσία στην Διεύθυνση Γεωργίας Χανίων τοποθετήθηκα με απόσπαση στις αγροτικές φυλακές Αγιάς Χανίων όπου παρέμεινα δυο χρόνια περίπου. εκεί διαφώνησα με τον αρχιφύλακα Κ. Μπασιά, ο οποίος για να με εκδικηθεί με κατήγγειλε στη Νομαρχία Χανίων ότι είμαι ανιψιός του Μάντακα και ότι κάνω προπαγάνδα κομουνισμού στους κρατούμενους.
ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΜΑΝΟΛΗΣ ΜΑΝΤΑΚΑΣ

Κατόπιν των καταγγελιών αυτών και χωρίς διαδικασία ανακλήθηκε η απόσπασή μου από τις Αγροτικές φυλακές Αγιάς και επέστρεψα στη Δ/νση Γεωργίας Χανίων. Η καταγγελία αυτή είχε σαν αποτέλεσμα την απόλυσή μου από την υπηρεσία το 1947 και επί τέσσερα έτη.
Επειδή προβλέψαμε την απόλυση αυτή, φροντίσαμε 5-6 γεωπόνοι να ανοίξομε στα Χανιά από κοινού ένα κατάστημα γεωργικών φαρμάκων το οποίο ανέλαβε να διευθύνει ο Μιχάλης Μαλανδράκης, γεωπόνος, αχρωμάτιστος και οπαδός του Αρνέλου ο οποίος πίστευε ότι με τη χριστιανική θρησκεία θα σωθεί ο κόσμος.
Πράγματι μετά από μικρό χρονικό διάστημα μας απέλυσαν χωρίς να μας καλέσουν σε απολογία έστω και τυπικά.
Η απόλυσή μου κράτησε 4 χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων εργάστηκα στο Κατάστημα που είχαμε ιδρύσει και έτσι μπορέσαμε να ανταπεξέλθομε στο δύσκολα οικονομικά προβλήματα που μου παρουσιάζονταν.
Στο κατάστημα αυτό εκτός από τα γεωργικά φάρμακα και τα εργαλεία, εγκαταστήσαμε και εργαστήριο οινολογίας όπου κάναμε ανάλυση μούστου και οίνου. Καθήκοντα οινολόγου έκανα εγώ γιατί κατά την αποφοίτησή μου από την Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή φρόντισα να ασχοληθώ με την οινολογία. Αλλωστε την πρακτική μου εξάσκηση επί εξάμηνο την έκαμα στο Εργαστήριο Γεωργικών Βιομηχανιών όπου έκαμα και τη διατριβή μου και έτσι πήρα την άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του οινολόγου. επίσης στο κατάστημα αυτό αρχίσαμε να εκδίδομε και μια γεωργική εφημερίδα "Γεωργική Φωνή¨ στην οποία την πολιτική στήλη έγραφε ο κ. Μαλανδράκης και εγώ όλα τα γεωργικά. Ετσι το κατάστημά μας έγινε αρκετά γνωστό στο Νομό Χανίων ώστε να έχει αρκετή κίνηση. Εκτός από τα γεωργικά είδη κατορθώσαμε να πάρομε και μια αντιπροσωπεία σιγαρέτων που είχαν αρκετή κυκλοφορία. Ετσι κυλούσε ο χρόνος και κατά το καλοκαίρι του 1949 παρουσιάστηκε ένας χωροφύλακας της Μυστικής Ασφαλείας Χανίων γνωστός μου, καταγόταν από το Ρουσοσπίτι Ρεθύμνης και μου είπε ότι με θέλουν στην ασφάλεια. Μπήκα στο αυτοκίνητο Ασφαλείας που περίμενε απέξω και τραβήξαμε για την Ασφάλεια. Εκεί ήταν διοικητής ο χωριανός μου και συμμαθητής μου στο γυμνάσιο Γ. Μαλινδρέτος. Με άφησε να περιμένω από τις 9 το πρωί μέχρι τις 2 το μεσημέρι στο διάδρομο και τότε με έστειλε στο τμήμα Ασφαλείας Χαλέπας. Εν τω μεταξύ ειδοποιήθηκαν οι δικοί μου και μου έστειλαν τα πλέον απαραίτητα και επιτρεπόμενα είδη. Εις το τμήμα αυτό προίστατο κάποιος ενωμοτάρχης Καμηλάκης από τη Κίσσαμο του οποίου η σύζυγος ή η κουνιάδα του ήταν από την οικογένειά μας και έτσι δεν υπέστην καμιά προσωπική κακοποίηση. Απλώς με έβαλαν σε ένα σκοτεινό κελί χωρίς παράθυρο, με τσιμεντένιο δάπεδο , χωρίς στρώμα και εκεί κοιμόμουν με δυο κουβέρτες, μια κάτω και μια πάνω και δεμένα τα χέρια πίσω με αλυσίδα και λουκέτο. Δεν μου επέτρεπαν καμία επίσκεψη. Τροφή μου έφερνε ο γιος μου ο Τάσος 11 ετών περίπου τότε, τον οποίον δεν μου επέτρεπαν να δω. Μια φορά μόνο μου φώναξε πως περνώ και φυσικά του απάντησα καλά. Όταν επρόκειτο να πάρω το φαγητό μου ή να εκτελέσω τις φυσικές μου ανάγκες 1 - 2 φορές την ημέρα, μου έλυναν τα χέρια. Όταν επρόκειτο να μεταβώ στο αποχωρητήριο μου έλυναν τα χέρια αλλά με ακολουθούσε σκοπός με το χέρι στην σκανδάλη. Ενας χωροφύλακας πολύ καλός, όταν ήταν σκοπός μου άφηνε ελαστική την αλυσίδα για να μπορώ να βγάζω και να βάζω τα χέρια μου και να τα έχω ελεύθερα ιδίως τη νύχτα που κοιμόμουν. Στη φυλακή αυτή κάθισα 45 - 50 περίπου μέρες, ευτυχώς ήταν καλοκαίρι. Η κατηγορία εναντίον μου ήταν ότι βοηθούσα οικονομικά (αν ήταν δυνατόν) τους αριστερούς. Την ίδια εποχή και για την ίδια περίπου αιτία είχαν συλλάβει κάπου 50 άτομα πάσης κατηγορίας φύλλου και ηλικίας. Τότε ορίστηκε η δίκη η οποία έγινε κατά τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 1949. Εγώ απαλλάχθηκα λόγω αμφιβολιών καθώς και 5 - 6 ακόμη. Μερικοί δικάστηκαν σε θάνατο αλλά φυσικά δεν εκτελέστηκαν γιατί οι κατηγορίες για όλους ήταν αβάσιμες.
Μετά την αποφυλάκισή μου γύρισα στο κατάστημα όπου και εξακολουθούσα να εργάζομαι μέχρι την επαναφορά μου στην υπηρεσία το 1952. Παρέλειψα να αναφέρω ότι κατά τη διάρκεια της προφυλάκισής μου πήγαινε στο κατάστημα ο μεγαλύτερος γιος μου Βασίλης 16χρόνων περίπου τότε και έτσι παίρναμε ένα μισθό κατά μήνα για τις στοιχειώδεις ανάγκες μας.



Μ Ε Τ Α Τ Ο Ν Ε Μ Φ Υ Λ Ι Ο


Το 1950 - 51 άρχισαν κάπως να ηρεμούν τα πνεύματα και τότε έκαμα μια αίτηση, όπως πάρα πολλοί άλλοι υπάλληλοι που είχαν απολυθεί, για να επανέλθω στην υπηρεσία.
Το 1952 με την επέμβαση και του κ. Μητσοτάκη βουλευτή, επανήλθα στη Διεύθυνση Γεωργίας Χανίων. Εκεί παρέμεινα μικρό χρονικό διάστημα διότι μετατέθηκα σαν Διευθυντής του Γεωργικού Σχολείου Ασωμάτων Αμαρίου Ρεθύμνης.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΓΕΩΡ. ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΗΝ ΚΝΩΣΟ ΤΟ 1954




Τον ίδιο χρόνο η οικογένεια όλη μεταφέρθηκε στην Αθήνα και εγώ έμεινα στη Γεωργική Σχολή Αμαρίου Ρεθύμνης. Στο Σχολείο αυτό λειτουργούσε διτάξιο Γεωργ. Σχολείο στο οποίο φοιτούσαν παιδιά γεωργών μικρής ηλικίας 15 - 18 χρόνων σαν οικότροφοι και με διετή φοίτηση διδασκόντουσαν πρακτικά και θεωρητικά στα διάφορα γεωργικά και κτηνοτροφικά θέματα.
Το Σχολείο είχε ένα μεγάλο αγρόκτημα με 1000 περίπου στρέμματα καλλιεργήσιμες εκτάσεις, 1000 περίπου ελαιόδενδρα, βοσκές, περί τα 120 πρόβατα, αγελάδες γάλακτος, χοιροτροφείο, κονικλοτροφείο, πτηνοτροφείο, τυροκομείο. Ελαιοπιεστήριο, μηχανήματα γεωργικά και ζώα εργασίας. Εις τους μόνιμους μαθητές των δυο τάξεων διδασκόντουσαν όλα τα μαθήματα σχετικά με τους ανωτέρω κλάδους. Εκτός από εμένα υπήρχε ένας ακόμη γεωπόνος ο κ. Δημ. Γεροθανάσης προερχόμενος από τη Γεωπονική Σχολή του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, άριστα κατατοπισμένος στα κτηνοτροφικά ζητήματα και ο κ. Νικ. Τσαντόπουλος προερχόμενος από τη Μέση Γεωργική Σχολή Πατρών με αρκετή πείρα.
Εκτός των τακτικών μαθητών, οργανώναμε κάθε χρόνο 1 - 2 σχολεία βραχείας διαρκείας μέχρι 2 μηνών, τυροκομίας, ελαιοκλαδευμάτων, μελισσοκομίας, παρασκευής φέτας, πτηνοτροφίας κ.λ.π. Τα τελευταία χρόνια οργανώναμε και δυο Σχολεία βραχείας ξυλουργών και κτιστών . Σε μερικά από τα σχολεία αυτά φοιτούσαν και μεγάλοι. Κάναμε και σχολεία βραχείας διαρκείας για γυναίκες όπως φέτας τυρού, για κότες, για μέλισσες και οικοκυρικής. Για την τελευταία υπηρετούσε στην περιφέρειά μας μια υπάλληλος της οικοκυρικής του Υπουργείου Γεωργίας.

ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΑΒΕΛΛΑ ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΑΣΩΜΑΤΩΝ


Με όλο αυτό το προσωπικό και τους διδασκόμενους υπήρχε μεγάλη κίνηση στο Σχολείο. Παρ όλο που από τα κτήματα του σχολείου είχαμε αρκετά προϊόντα, έπρεπε να προμηθευόμαστε και από την πόλη της Ρεθύμνης διάφορα εφόδια τόσο για το ανθρώπινο προσωπικό όσο και για τα ζώα. Γι' αυτό έπρεπε να κατεβαίνομε στην πόλη της Ρεθύμνης 2 - 3 φορές την εβδομάδα, διότι υπήρχε και Διοικητικό Συμβούλιο του Σχολείου με έδρα το Ρέθυμνο και πρόεδρο το Νομάρχη. Εγώ κατέβαινα τουλάχιστο μια φορά τη βδομάδα στο Ρέθυμνο, οπότε έμενα και δικαιούμουν οδοιπορικά και ημερησία αποζημίωση. Με τα χρήματα αυτά, τα οδοιπορικά, κάλυπτα τις ατομικές μου ανάγκες. Το φαγητό μας στο Σχολείο παρασκευαζόταν από μια εργάτρια για το προσωπικό και με τρόφιμα που κυρίως προερχόντουσαν από τα κτήματα και τα ζώα του Σχολείου από τα οποία είχαμε έκπτωση 30%.
Με αυτό τον τρόπο περίσσευε ο μισθός μου τον οποίο έστελνα στην οικογένειά μου, τους έστελνα και λάδι, τυρί, φρούτα κ.λ.π. τα οποία χρεωνόμουν με έκπτωση 30 %.
Το καλοκαίρι ερχόντουσαν όλοι εκεί επί τρεις μήνες. Με τον τρόπο αυτό μπόρεσαν και σπούδασαν τα τρία παιδιά, ο πρώτος Πολιτικός Μηχανικός, (βραδύτερα το 1978 παντρεμένος, πήρε και το δίπλωμα του Μηχανολόγου), τα δυο άλλα Αρχιτέκτονες.
Η ζωή και η εργασία κυλούσαν κανονικά, στην υπηρεσία όλοι εργαζόμαστε από το πρωί μέχρι τις 10 το βράδυ για να παρακολουθήσομε όλες τις εργασίες του Σχολείου και του κτήματος (μαθητές, τροφοδοσία τους ύπνο, εργάτες ζώα κ.λ.π.)

Η ΜΗΤΕΡΑ ΤΟΥ ΚΑΙ Η ΕΓΓΟΝΗ ΤΟΥ ΣΤΕΛΛΑ
ΓΙΑΓΙΑ ΚΑΤΙΝΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΣΕΓΓΟΝΟ ΣΤΕΛΛΑ



Το 1953 ήρθε στο Σχολείο ο τότε Υπουργός Γεωργίας κ. Αποστολίδης καλός και τίμιος άνθρωπος. Μαζί του ήρθαν ο Γενικός Δ/ντής του Υπουργείου Γεωργίας κ. Βερροιόπουλος άλλοι Δ/ντες , ο Επιθεωρητής Γεωργίας Κρήτης Ανδρ. Ξανθουδίδης και άλλοι πολλοί.
Μετά την επιθεώρηση του Υπουργού κάθισε μαζί μου στο Γραφείο και παρακάλεσε τους πάντες να περάσουν έξω και να μας αφήσουν μόνους. Ο βουλευτής Βουλγαράκης Ιατρός από τον Αγιο Βασίλειο Ρεθύμνης κάθισε μέσα και ο Υπουργός του είπε να πάει έξω, αυτός του είπε "είμαι βουλευτής του κ. Παπάγου (ο Παπάγος ήταν Πρόεδρος Κυβερνήσεως) ο Υπουργός του είπε "όχι κ. βουλευτά θέλω να μιλήσω μόνος με τον κ. Διευθυντή" και έτσι μείναμε μόνοι.
Τότε μου λέγει ο Υπουργός "άκου παιδί μου είμαι απόλυτα ικανοποιημένος από τις υπηρεσίες σας και από ότι μου είπαν οι προϊστάμενοί σας και οι κάτοικοι των πέριξ χωριών που συγκεντρώθηκαν εδώ και τους ρώτησα αλλά σου συνιστώ να προσέξεις τη χωροφυλακή διότι σε έχουν μπερδεμένο". Την ώρα αυτή νόμιζα ότι έπεσε κεραυνός στο κεφάλι μου. Τότε του λέγω κ. Υπουργέ εγώ έχω οικογένεια και θέλω να τη βοηθήσω και να μορφώσω τα παιδιά μου και γι' αυτό είμαι και αφοσιωμένος στην εργασία μου και όλα αυτά είναι ψέματα και θα μου επιτρέψετε να κάνω χρήση του ονόματός σας για να αναφερθώ να γίνουν ανακρίσεις. Ο Υπουργός συμφώνησε και μετά το τραπέζι που τους κάναμε έφυγαν όλοι.
Όταν πήγα στο Σχολείο είχα βρει μια κατάσταση όχι και τόσο ευχάριστη. Το κατώτερο (εργατικό) μόνιμο προσωπικό έκανε καθένας ότι νόμιζε συμφέρον του . Αυτή η κατάσταση δεν μου άρεσε. Γι αυτό σε λίγες μέρες τους κάλεσα όλους και τους είπα ότι όλοι μας έχομε μεγάλη ευθύνη και πρέπει να δουλέψομε όλοι για να προοδεύσομε. Ενας από το μόνιμο εργατικό προσωπικό είχε αναλάβει σαν αγροφύλακας, αλλά η έκταση του Σχολείου ήταν περιορισμένη και μαζεμένη ώστε σε μισή ώρα μπορούσε να την περάσει κανείς πολύ εύκολα. Επειδή λοιπόν αυτός ο κύριος έμαθε να οδηγεί γεωργικά μηχανήματα τον χρησιμοποίησα και για τη μεταφορά με τον ελκυστήρα , από τους αγρούς του κτήματος διαφόρων προϊόντων, αυτό όμως δεν του άρεσε και για να με διώξει από εκεί είπε στη χωροφυλακή Αμαρίου ότι στο κτήμα έρχονται αριστεροί της περιοχής και κάνομε συνεδριάσεις. Εγώ βέβαια τέτοια πράγματα όχι μόνο δεν έκανα αλλά ούτε σκέφτηκα ποτέ γιατί δεν ήμουν καν αριστερός αλλά δημοκρατικός. Αλλά και αν ήθελα να κάμω ήταν αδύνατο, γιατί το γραφείο ήταν κοινό με τους άλλους γεωπόνους και με το λογιστή, συνεπώς αν ερχόντουσαν κάποιοι θα τους έβλεπαν τουλάχιστον είκοσι άτομα. Εκτός αυτού ο Διοικητής Χωροφυλακής Αμαρίου, Παναγιωτάκης Ανθυπομοίραρχος μου είχε ζητήσει το αυτοκίνητο του σχολείου, να μεταβεί σε κάποιο χωριό την Κυριακή, επειδή όμως η κίνηση των οχημάτων του Δημοσίου είχε απαγορευτεί τις Κυριακές και γενικά τις αργίες, από τον πρόεδρο της Κυβερνήσεως Παπάγο, δεν του το έδωσα. Αυτό το θεώρησε υποτιμητικό και βρήκε την ευκαιρία να με εκδικηθεί, διότι ο εν λόγω αγροφύλακας, ίσως και με υπόδειξη του ιδίου του Ανθυπομοιράρχου να είχε καταγγείλει τα ανωτέρω στη χωροφυλακή.
Εκτός αυτών εγώ είχα το προηγούμενο της απολύσεώς μου επί μία τετραετία από την υπηρεσία και απέφευγα κάθε πολιτική συζήτηση και σκεπτόμουνα μόνο την οικογένειά μου και την υπηρεσία μου. Αλλωστε στην περιφέρεια αυτή πήγαινα για πρώτη φορά και είχα παραμείνει τόσο πολύ καιρό και παρόλα αυτά δεν γνώριζα ούτε πρόσωπα ούτε πράγματα.
Το ευχάριστο ήταν ότι κάθε Κυριακή ή γιορτή και εφόσον δεν είχαμε εκκλησίασμα στην εκκλησία του Σχολείου και κατόπιν ειδικής αδείας της Νομαρχίας, έπαιρνα τους μαθητές του Σχολείου και το γεωπονικό προσωπικό και με το αυτοκίνητο του Σχολείου (είχε και μια ρυμούλκα), πηγαίναμε εναλλάξ, σε κάποιο χωριό της επαρχίας για εκκλησίασμα. Μετά την εκκλησία καθόμαστε σε ένα καφενείο του χωριού και συζητούσαμε με όλους τους παρευρισκομένους κατοίκους διάφορα γεωργικά προβλήματα, πολλά από τα οποία τους απασχολούσαν. Η ενέργειά μας αυτή διαδόθηκε σε όλη την επαρχία και τακτικά είχαμε προσκλήσεις από τους προέδρους των Κοινοτήτων. Επίσης την εποχή των εμβολιασμών των δένδρων κάναμε ομαδικούς εμβολιασμούς αγρίων δένδρων μετατρέποντάς τα σε καρποφόρα δένδρα πολλά άγρια και μάλιστα με εκλεκτές ποικιλίες σε διάφορα μέρη της επαρχίας Αμαρίου και κυρίως σε αγριάδες.
Επειδή λοιπόν ήμουν τελείως αθώος και ξένος προς τα καταγγελθέντα εναντίον μου, ζήτησα την άδεια από τον Υπουργό να κάνω χρήση του ονόματός του και να υποβάλω όπου νόμιζα αναφορά για να δικαιωθώ. Τούτο ενέκρινε και ο Υπουργός.
Αμέσως την επομένη υπέβαλα αναφορές προς : 1) Πρόεδρο της Κυβερνήσεως, 2) Υπουργείο Γεωργίας, 3) Υπουργείο Εσωτερικών, Δ/νση Χωροφυλακής, 4) Νομαρχία Ρεθύμνης, 5) Διεύθυνση Γεωργίας Κρήτης και 6) Επιθεώρηση Γεωργίας Κρήτης. Εις τις αναφορές μου αυτές εξέθετα τα πάντα και έκανα και χρήση του ονόματος του Υπουργού Γεωργίας και ζητούσα να γίνουν ανακρίσεις γιατί όλα ήσαν καθαρή συκοφαντία από τον Υποδιοικητή Χωροφυλακής Αμαρίου Παναγιωτάκη γιατί δεν του παραχώρησα το αυτοκίνητο.

ΣΤΕΛΛΑ ΣΠΙΘΑΚΗ - ΜΑΥΡΟΓΕΝΗ

ΣΤΟ ΑΜΑΡΙ



Το αποτέλεσμα ήταν να διαταχθεί ο Νομάρχης Ρεθύμνης Χαζτηγάκης, από τη Θεσσαλία να κάνει αυτοπροσώπως ανακρίσεις. Πράγματι ο Νομάρχης ήρθε με μια γραμματέα στο Σχολείο και κάθισε τρεις ή τέσσερις μέρες, αφού είχε καλέσει από κάθε κοινότητα να προσέλθει ο Πρόεδρος και ο Γραμματέας να εξεταστούν. Επίσης κάλεσε όλους τους χωροφύλακες του Σταθμού χωροφυλακής Αμαρίου και της Υποδιοικήσεως χωροφυλακής Αμαρίου. Εκτός αυτών εξέτασε και όλο το προσωπικό μόνιμο και έκτακτο επιστημονικό και εργατικό του Σχολείου. Από όλους όσοι εξετάσθηκαν είτε χωροφύλακες είτε πολίτες κανείς δεν είπε έστω και το ελάχιστο εναντίον μου, μόνον ο υπενοματάρχης της υποδιοικήσεως, Τσαντάκης από το Λασίθι είπε ότι έκανα συγκεντρώσεις στο Σχολείο όπως είχε μάθει από διασταυρούμενες πληροφορίες, χωρίς τίποτα άλλο συγκεκριμένο στοιχείο.
Μετά από αρκετό χρονικό διάστημα ήρθε διαταγή από το Υπουργείο Εσωτερικών που με αποχαρακτήριζε από κομουνιστή και τιμωρούσε τον Διοικητή χωροφυλακής Παναγιωτάκη και τον μετέθετε στα Τρίκαλα. Ο Υποδιοικητής καταγόταν από την Επαρχία Αγιος Βασίλειος Ρεθύμνης και από το ίδιο χωριό που καταγόταν και ο Εμμ. Τσουδερός στέλεχος της Κυβερνήσεως Παπάγου, με τη βοήθεια αυτού κατόρθωσε ο Παναγιωτάκης να αναστείλει τη μετάθεσή του. Το πάθημά του όμως δεν τον παραδειγμάτισε και αμέσως μόλις τακτοποιήθηκε έκανε νέα αναφορά εναντίον μου ότι εξακολουθώ να κάνω συγκεντρώσεις στο Σχολείο. Εν τω μεταξύ όμως μετατέθηκε από την επαρχία Αμαρίου και έτσι ησύχασα από μια ταλαιπωρία που κράτησε τέσσερα χρόνια.
Είμαι βέβαιος ότι το πέρασμά μου από το Σχολείο άφησε εποχή και γι' αυτό είμαι υπερήφανος. Όταν έφευγα ήρθαν πολλοί χωρικοί να με αποχαιρετήσουν και πολλοί εξέφραζαν τη μεγάλη τους λύπη για την αναχώρησή μου.


Σ Υ Ν Τ Α Ξ Ι Ο Υ Χ Ο Σ


Μετά τη συνταξιοδότησή μου έχω περάσει 2 - 3 φορές από τη Γεωργική Σχολή Ασωμάτων και βρίσκω μεγάλη υποδοχή. Και οι άγνωστοι συνάδελφοι που υπηρέτησαν εκεί μετά από εμένα, μου λένε ότι ακούν τα καλύτερα λόγια για το πρόσωπό μου.
Νομίζω ότι τα ευτυχέστερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στον πόλεμο της Αλβανίας και στο Γεωργικό Σχολείο Ασωμάτων, διότι μου δόθηκε η ευκαιρία να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και να εξυπηρετήσω τους συνανθρώπους μου όσο μπορούσα περισσότερο. Αλλά και στις άλλες υπηρεσίες που υπηρέτησα πάντα έθετα υπεράνω όλων την εξυπηρέτηση των ανθρώπων και ιδιαίτερα των αδυνάτων.
Πάντοτε προσπαθούσα να εφαρμόσω , κατά το δυνατόν το ρητό του μεγάλου Σωκράτη ο οποίος έλεγε στους μαθητές του "εί αναγκαίον είη, αδικείσθαι ή αδικείν, ελοίμην αν αδικείσθαι" (αν είναι ανάγκη να αδικηθείς ή να αδικήσεις κάποιον καλύτερα είναι να αδικηθείς).
Εις το Γεωργικό Σχολείο Αμαρίου υπηρέτησα 7 χρόνια, από τον Μάρτιο του 1952 μέχρι τον Μάρτιο του 1959, οπότε μετατέθηκα στο Ινστιτούτο Κηπευτικών Φυτών στην Καλογρέζα Αττικής από όπου και συνταξιοδοτήθηκα.
Ολη μου η ζωή ήταν μια μεγάλη και δύσκολη ταλαιπωρία, ποτέ δεν μπόρεσε κανείς να με βοηθήσει. Και ποιος να με βοηθήσει; Μήπως είχα ευκατάστατους ή μορφωμένους συγγενείς; Μόνο ο θείος Μάντακας Εμμ. αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού και αδελφός της μητέρας μου, μου υπέδειξε να φοιτήσω στη Μέση Αβερώφειο Γεωργική Σχολή σαν υπότροφος, γιατί οι γονείς μου με δυσκολία έβγαζαν τα στοιχειώδη έξοδα της οικογένειάς τους. Αν δεν φοιτούσα εκεί ασφαλώς θα γύριζα στο χωριό μου και θα ήμουν σήμερα ένας ακόμη δυστυχισμένος χωρικός όπως όλοι οι χωρικοί.
Κάθε μέρα της ζωής μου από μικρό παιδί, ήταν και ένα πολύ δύσκολο σκαλοπάτι, μια ταλαιπωρία. Ετσι λοιπόν ανέβηκα μόνος μου το γολγοθά της ζωής μου και νομίζω πως στο τέλος βγήκα κερδισμένος, γιατί παρ' όλες τις δυσκολίες κατόρθωσα να μορφώσω τα παιδιά μου για να μπορέσουν αυτά τουλάχιστον να ζήσουν κάπως καλύτερα στον ταραγμένο κόσμο που γεννηθήκαμε

Αθήνα 12 Μαρτίου 1979

Γεώργιος Βασιλείου Μαυρογένης





. Η ΕΓΓΟΝΗ ΤΟΥ, Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΣΤΕΛΛΑ ΚΑΙ Η ΝΥΦΗ ΤΟΥ ΖΩΗ


ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΓΕΝΙΕΣ (ΟΜΑΛΟΣ 1966)
Η μητερα του, Βασίλης Σταμ. Μαυρογένης, Γεώργιος Μαυρογένης,
ο γιός του Βασίλης και η εγγονή του Στέλλα Μαυρογένη


Σημειώσεις Βασιλείου Μαυρογένη

Θεωρώ υποχρέωσή μου να σημειώσω ορισμένα πράγματα από την προσωπική μου αντίληψη των πραγμάτων.
ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΣΚΑΛΩΜΑ ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΓΙΩΡΓΗΣ, ΖΩΗ, ΓΚΥΤΕ, ΜΑΡΤΙΝ,

Πρώτα πρώτα πρέπει να τονίσω ότι οι γονείς μας υπέφεραν κυριολεκτικά για να μορφωθούμε και τα τρία παιδιά σε μια εποχή με πολλά προβλήματα και οικονομική ανέχεια. Δεν είναι υπερβολή να πω ότι, ότι προσέφεραν το προσέφεραν στερούμενοι οι ίδιοι. Ειδικά η μητέρα μας έκανε φοβερές οικονομίες, δεν προσέφερε απολύτως τίποτα στον εαυτό της για να σπουδάσουν τα τρία παιδιά με το μισθό ενός δημοσίου υπαλλήλου της εποχής του 1950 - 1970. Εγώ σπούδασα στην Αθήνα, ο Τάσος στη Αυστρία και η Ισαβέλλα στην αρχή στην Αυστρία και στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη.
Με το μισθό του δημόσιου υπαλλήλου, κεντώντας για λογαριασμό της αδελφής της Ευσεβίας Παπαγρηγοράκη και με κάθε οικονομία κατάφερε η μητέρα μας να αγοράσει ένα οικόπεδο της Ν. Σμύρνης και να σπουδάσομε. Πρέπει να σημειώσω εδώ ότι η μητέρα μας ήταν πολύ έξυπνη και ισχυρότατος χαρακτήρας, συμπαραστάθηκε αμέριστα στον πατέρα μας σε όλες τις δύσκολες περιόδους. Ολες αυτές οι ταλαιπωρίες όμως την κλόνισαν ψυχικά (μην ξεχνάμε ότι όταν κυνήγησαν τον πατέρα μας οι γερμανοί ήταν έγκυος οκτώ μηνών, στην απόπειρα δολοφονίας του πατέρα μας τραυματίστηκε, ότι πήγε φυλακή για περισσότερο από είκοσι ημέρες όταν δεν βρήκαν τον πατέρα μας να τον συλλάβουν, ότι αργότερα απολύθηκε ο άντρας της, πέρασε στρατοδικείο και τόσα άλλα που μερικά πολύ σοβαρά ούτε που τα αναφέρει ο πατέρας μας.
Ένα σημαντικό γεγονός που συνέβη το 1948 και δεν το αναφέρει ο πατέρας μου ήταν και το εξής:

ΣΤΟΥΣ ΛΑΚΚΟΥΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ, ΖΩΗ, ΣΤΕΛΛΑ,ΚΑΤΕΡΙΝΑ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ, ΓΙΩΡΓΗΣ, ΒΑΣΙΛΗΣ, ΔΕΣΠΟΙΝΙΑ

Επειδή υπήρχε κρίση στέγης μέναμε στην οδό Γιαμπουδάκη στα Χανιά, μαζί με άλλες δύο οικογένειες ευτυχώς δεξιών φρονημάτων. Σε μια επίσκεψη του Σοφοκλή Βενιζέλου στα Χανιά, σκότωσαν αριστεροί δυο μέλη της συνοδείας του. Το βράδυ παρακρατικοί δεξιοί συνέλαβαν έξι σημαίνοντες αριστερούς μεταξύ των οποίων και τον πατέρα του Χρίστου Παπουτσάκη Αρχιτέκτονα, εκδότη του περιοδικού ΑΝΤΙ, ταγματάρχη σε τιμητική αποστρατεία, με ξύλινο πόδι, γιατί το είχε χάσει στον πόλεμο, Επίσης τον Στέφανο Πρώιμο, επιτελάρχη του ΕΛΑΣ Κρήτης, πατέρα του Μηχανολόγου και καθηγητή σήμερα του Πανεπιστημίου Πατρών και συζύγου της Φυλλίτσας Μάντακα κόρης του στρατηγού. Το ίδιο βράδυ ήρθαν στο σπίτι μας μετά τα μεσάνυχτα, κτύπησαν την πόρτα και ρώτησαν ποιος μένει στο σπίτι. Η μητέρα μου είχε σηκωθεί πρώτη και όπως πάντα ψύχραιμη και προνοητική τους απάντησε ότι μένει ο Μανόλης Παρασχάκης (συγκάτοικος και σημαίνον στέλεχος της δεξιάς). Υπέθεσαν ότι είχαν κάνει λάθος ζήτησαν συγνώμη και έφυγαν.

ΚΛΑΟΥΣ, ΙΣΑΒΕΛΛΑ, ΤΑΣΟΣ, ΣΤΕΛΛΑ ΣΤΟ ΣΚΑΛΩΜΑ

Την άλλη μέρα εκτέλεσαν δύο από τους συλληφθέντες. Ο Πρώιμος γλύτωσε, για τη σωτηρία του οποίου έκανε μεγάλες προσπάθειες ο Βασίλης ο γιος του, όπως μου διηγήθηκε πρόσφατα. Ο πατέρας μου την είχε γλιτώσει άλλη μια φορά. Εδώ πρέπει να σημειώσω ότι η μητέρα μας είχε τελειώσει το Αρσάκειο ήταν πολύ έξυπνος άνθρωπος και είχε τη δυνατότητα να σπουδάσει αλλά δεν είχε φυσικά τα οικονομικά μέσα. Πρέπει επίσης να σημειώσω ότι, το ότι σπούδασε ο πατέρας μου στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή ήταν επίτευγμα της μητέρας μας που τον ανάγκασε κυριολεκτικά να

ΜΕ ΤΟ ΔΙΣΕΓΓΟΝΟ ΤΟΥ ΤΟ
ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΚΑΝΤΖΟ

σπουδάσει. Τον εκτιμούσε σαν επιστήμονα και σαν άνθρωπο για την εντιμότητά του πάρα πολύ, αλλά δεν του συγχώρεσε ποτέ το ότι παρόλο που μορφώθηκε δεν έπαψε να είναι ένας "χωρικός¨ στην συμπεριφορά του
Η μητέρα μου επειδή είχε ζήσει σε πολύ ανεπτυγμένο περιβάλλον λόγω Παπαγρηγοράκη, τηλεφωνήτρια στο γραφείο του προέδρου της Δημοκρατίας, αλλά και επειδή ήταν πάρα πολύ φιλόδοξη και ισχυρός χαρακτήρας (από καπετανόσογο βλέπεις), ήθελε ο πατέρας των παιδιών της να είναι επιστήμονας. Ετσι πίεσε τον πατέρα μου να δώσει εισαγωγικές εξετάσεις στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή στην Αθήνα. Μετά την επιτυχία του, ήρθαν στην Αθήνα. Ο Παπαγρηγοράκης, φίλος του Βενιζέλου, λόγω αλλαγής πολιτικής καταστάσεως βρισκόταν πάλι σε μεγάλη θέση στην Αθήνα. Λόγω της θέσης του Παπαγρηγοράκη, η μητέρα μου είχε αποσπασθεί στο τηλεφωνικό κέντρο του προέδρου της Δημοκρατίας. Με μεγάλη προσπάθεια και των δύο και με δυσχερείς οικονομικές συνθήκες ο πατέρας μου το 1933
τέλειωσε την Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή στην Αθήνα. Το θάρρος και η ζωτικότητα της μητέρας μας φαίνεται και από εύφημο μνεία που της απένειμαν όταν υπηρετούσε στο Προεδρικό Μέγαρο. Το σχετικό έγγραφο αναφέρει :

" εκφράζομε (στην Στέλλα Σπιθάκη), την άκραν ευαρέσκεια του Υπουργού διότι την 9 Σεπτεμβρίου 1926 ημέρα ανταρσίας των Δημοκρατικών ταγμάτων παρέμεινε εργαζόμενη στη θέση της παρά των εναντίον του διαμερίσματος που εργαζόταν ριπτομένων έξωθεν πυρών και με κίνδυνο της ζωής της κατορθώθει να διατηρηθούν ανέπαφοι οι τηλεφωνικές συγκοινωνίες της πρωτευούσης, παρέχουσα πολυτίμους υπηρεσίας κατά την κρίσιμον ταύτην στιγμήν."


ΜΕ ΤΟΝ ΕΓΓΟΝΟ ΓΙΩΡΓΗ ΚΑΙ ΤΟ ΓΙΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ 1992
Η μητέρα μας πέθανε στις 12 Δεκεμβρίου 1979. Ο πατέρας μας ήταν ένας πολύ αξιόλογος άνθρωπος, προσέφερε τα πάντα αλλά δεν έδειχνε τα συναισθήματά του είτε γιατί δεν είχε μάθει είτε γιατί οι δύσκολες περιστάσεις δεν άφηναν περιθώρια γι' αυτό.
Ο πατέρας μας παντρεύτηκε την Ελένη και έζησαν μαζί μέχρι τις 19 Απριλίου 1994 που πέθανε σε ηλικία 87 ετών όπως οι πιο πολλοί της οικογένειάς του. Ο πατέρας μου ευτύχισε να ζήσει πολλά χρόνια με τα εγγόνια του τη Στέλλα και το Γιώργη (τα δικά μου παιδιά), τον Μάρτιν και την Ηρώ του Τάσου.


ΤΑ ΕΓΓΟΝΙΑ ΤΟΥ Η ΗΡΩ ΚΑΙ Ο ΜΑΡΤΙΝ


Τα παιδιά μου τον θυμούνται με πολλή αγάπη και είναι περήφανα που τον γνώρισαν. Ακόμη και τώρα σχολιάζουν το πόσες φορές ερχόταν και τα πήγαινε σε κινηματογράφους ή και σε θέατρο στο Ηρώδειο. Είχε αγοράσει με δάνειο ένα διαμέρισμα μικρό στην περιοχή Ζωγράφου. Κάθε πρωί σηκωνόταν στις 5 έκανε ένα κρύο ντους, ήταν και χειμερινός κολυμβητής, μετά πήγαινε με τα πόδια στις "κόρες" του όπως έλεγε (ήταν μανιώδης μελισσοκόμος), πίσω από το νεκροταφείο Ζωγράφου. Μετά την καθημερινή περιποίηση των μελισσών του, κατηφόριζε και στις 8 το πρωί ήταν σπίτι του! Στη συνέχεια πήγαινε στα εγγόνια του και τα έβγαζε περίπατο. Ηταν ακούραστος κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησής του ασχολήθηκε σαν βοηθός μου στο τεχνικό γραφείο που είχα βοηθώντας με σε μελέτες και κατασκευές πολυκατοικιών. Επίσης είχε αργότερα την παρακολούθηση της ανέγερσης δυο πολυκατοικιών που έκαμα κατά τον χρόνο που υπηρετούσα σαν υπάλληλος στον ΟΤΕ.

ΣΤΗ ΔΡΟΣΙΑ ΣΟΥΒΛΙΖΕΙ ΤΟ ΑΡΝΙ ΤΟ ΠΑΣΧΑ

Τα περισσότερα Πάσχα μας έψηνε το σουβλιστό αρνί στη Δροσιά μαζί με τον πατέρα της συζύγου μου, της Ζωής. Το καλοκαίρι περιποιόταν τα δέντρα και τα λουλούδια που είχε φυτέψει, στο οικόπεδό μας, στη Δροσιά. Ακόμη και σήμερα και εγώ και περισσότερο ο Τάσος ο αδελφός μου έχομε μελίσσια την περιποίηση των οποίων μας τη δίδαξε αυτός. Είδε αποκαταστημένα τα παιδιά του και επίσης πρόλαβε και γνώρισε και δισέγγονο το Δημήτρη Καρκαντζό γιο της Στέλλας της κόρης μου. Και οι δυο γονείς μου πέθαναν αξιοπρεπώς μέσα σε είκοσι μέρες χωρίς να ταλαιπωρηθούν και χωρίς να γίνουν βάρος στα παιδιά τους.